Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2011


ΤΟ ΘΑΥΜΑ

Βγήκε στο μπαλκόνι να δει το ποτάμι από ψηλά. Τα έχασε με αυτό που είδε.

Το νερό είχε γίνει όλο, κύβοι. Διάφανοι κύβοι πάγου σε όλο το πλάτος και το μάκρος, όπως κατέβαινε και χάνονταν στο βάθος της κοιλάδας. Γαλάζιοι, άνισοι, γυαλιστεροί, αστραφτεροί της φάνηκε στο φως του ήλιου. Είχε μείνει άφωνη από την ομορφιά. Ήθελε να τον φωνάξει, να βγει κι αυτός από μέσα, να δει το θαύμα. Να πάρει την φωτογραφική μηχανή !... να το δείξει στα παιδιά… μα η φωνή της δεν έβγαινε.

Κι όμως, να, είχε αρχίσει κιόλας ν’ αλλάζει. Ήταν λιγότερο ωραίο.

Γρήγορα έλιωναν όλα. Εξαφανιστήκαν.

Έγινε πάλι νερό που κυλούσε στην κοίτη του.

Mπήκε μέσα.

Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2011


Η νύχτα ήταν πολύ ζεστή στο φαράγγι της οδού Κροκιδά. Με πήρε ο ύπνος με την τηλεόραση ανοιχτή. Μια ζωή σε σπίτι δικό μας που πατάει στο χώμα. Τώρα ο σεισμός μας κανόνισε για τα καλά.
Είμαι καινούργια στη ζωή του φαραγγιού των πολυκατοικιών. Απ’ αυτούς που μένουν στο απέναντι ράφι με χωρίζουν 15 μέτρα το πολύ. Δεν τους έχω δει ποτέ. Κάτι φευγαλέες μορφές για κάποια δευτερόλεπτα βγαίνουν να πάρουν κάτι - μετά χάνονται. Εγώ ανοίγω τα στόρια για να μπει αέρας.
Αυτοί είναι πάντα με κλειστές κουρτίνες ή κατεβασμένα ρολλά Είναι πέντε το πρωί πριν βγει ο ήλιος που θα μας ψήσει. Κοιτάω ίσια απέναντι, πάνω, κάτω. Ποτέ δεν είναι κανείς. Νοιώθεις ότι από μέσα υπάρχουν πολλές ζωές Όμως πούείναι;! ποτέ δε φαίνονται. Κι όμως σε κάποια μπαλκόνια υπάρχουν καρέκλες, τραπέζια, μια σκούπα. Πότε κάθονται σ’ αυτά; Καμιά ώρα δεν τους έχω δει. Τόσο καλά προσαρμοσμένοι στην κρυμμένη ζωή. Μερικοί έχουν και λουλούδια. Αυτά τα έχουν βάλει έτσι ένα φράγμα. Τους νοιώθω να κυκλοφορούν με σβησμένα φώτα από πίσω. Κάτω παρκαρισμένα τ’ αυτοκίνητα.
Ξημερώνει. Μυρίζει ψωμί που ψήνεται σε φούρνο.
Ναι ! έχει ένα φούρνο μόλις στρίψεις τη γωνία. Ωραία η μυρουδιά. Σημάδι ανθρώπινο! Στη Λιοσίων έχει αρχίσει λίγο-λίγο η κίνηση. Περνάει ένα διπλό λεωφορείο σαν βαρύ ερπετό. Μέσα γεμάτο ανθρώπους με άσπρα ,καθαρά πουκάμισα. Έτοιμοι όπως κάθε πρωί για χρόνια πολλά ,πάνε στη δουλειά. Το μεσημέρι, τα πουκάμισά τους θα είναι βρώμικα, ιδρωμένα. Ένας άλλος με ριγέ μακό κατεβαίνει απ’ τη πάνω μεριά του δρόμου αργά με βαριά βήματα. Στο χέρι κρατά μια σακουλίτσα μπλε πλαστική δεμένη. Μια γυναίκα νέα φάνηκε στο ράφι κάτω δεξιά με ξώπλατο φουστάνι. Πήρε ένα ζευγάρι παντόφλες απ’ το μπαλκόνι και ξαναχάθηκε μέσα. Η μέρα έρχεται ζεστή. Θα κάνει 38 βαθμούς είπε η τηλεόραση. Πως να περάσουν τόσες ώρες με τόση ζέστη εδώ πάνω!
…Ζώντες των εκείνων θάνατον
Των δ’ εκείνων τον βίον τεθνεώτες…

Δευτέρα, 24 Ιανουαρίου 2011


84 Ο ΓΙΩΡΓΟΣ

Το κείμενο που ακολουθεί δεν είναι δικό μου. Το πώς ήρθε στα χέρια μου ίσως να μην ενδιαφέρει κανένα.
Το έγραψε ένας απλός άνθρωπος, ο Π. Τ.
Το αντιγράφω με την δική του απλή κι ανεπιτήδευτη γραφή.

-----------
Είχα πέσει για ύπνο από νωρίς γιατί την επομένη έπρεπε να δουλέψω πολύ πρωί .
Καθώς κοιμόμουν άκουσα την πόρτα να χτυπά. Τα χτυπήματα ήταν τόσο δυνατά που μπορεί να έσπαγαν το τζάμι. Σηκώθηκα αναστατωμένος, ανοίγω την πόρτα και βλέπω τον Γιώργο. Ο Γιώργος ήταν ένας μακρινός ξάδερφος , ένα λαϊκό άτομο της Τρίπολης που είχε στο ενεργητικό του δύο χρόνια φυλακή Τύρηνθας. Ήταν μπεσαλής, χασικλής και δε δεχόταν με τίποτα το λάθος του γιατί ήξερε τα πάντα.
Δεν είχε περάσει μήνας από τότε που έκλεισαν τον πατέρα μου φυλακή και ο Γιώργος είχε έρθει εκείνο το βράδυ να μου δείξει ότι θέλει να μου συμπαρασταθεί. Είχα τόσο ανάγκη τον ύπνο αλλά δεν μπορούσα να φέρω αντίρρηση γιατί ήταν εκτός
ελέγχου .Η αναπνοή του μύριζε έντονα από ένα μέτρο
απόσταση, κάτι ανάμικτο από χασίσι και κρασί.
-Τι έγινε ρε μεγάλε είσαι καλά;
Με μια επιθετική φωνή έτοιμος να με φάει.
-Ρε Γιώργο είμαι πολύ κουρασμένος και αύριο έχω πολύ
δουλειά.
-Τι τρως ρε; πες μου, τι τρως εδώ μόνος σου.
Ήθελε να δείξει ενδιαφέρον για το γιό του φυλακισμένου ξαδέρφου του. Εκείνη την ώρα έκανε ότι καλύτερο μπορούσε να κάνει ένας μεθυσμένος φυλακόβιος για το γιό ενός ομοιοπαθή .
-Είμαι καλά ρε Γιώργο, τρώω καλά, δεν έχω κανένα πρόβλημα γιατί ρωτάς;
-Να δω το ψυγείο ρε, το ψυγείο.
-Τι να το κάνεις το ψυγείο ρε Γιώργο ; αφού σου είπα…
Με σπρώχνει με δύναμη προς τα πίσω, με πετάει ένα μέτρο μακριά και κατευθύνεται στο ψυγείο, το ανοίγει αλλά το ψυγείο είναι κενό.
-Μωρή κουφάλα δεν έχεις να φας !
-Τρώω ρε Γιώργο, αλλά όχι στο σπίτι, πηγαίνω έξω.
-Και στο ψυγείο, μωρή κουφάλα, δεν έχεις τίποτα και θες να σε πιστέψω ότι τρως αλλού;
-Ρε Γιώργο, σε παρακαλώ, έχω πολύ δουλειά το πρωί.
-Θα σου φέρω φαγητό για το ψυγείο σου τώρα.
-Που θα βρεις ρε Γιώργο τέτοια ώρα φαγητό ;
-Που θα βρω ; όπου και να κάνω εγώ, θα βρω. Περίμενε.
Απομακρύνεται στο σκοτάδι , ανάμεσα στα δέντρα , βγαίνει απ’ το κτήμα, αφήνοντας με σαστισμένο να περιμένω αναγκαστικά να δω τι θα γίνει.
Δεν είχαν περάσει δέκα λεπτά και ο Γιώργος έρχεται με δυο κοκόρια στα χέρια.
-Που τα βρήκες ρε Γιώργο ; τίνος είναι; Θα μας δέσουνε…
-Σκάσε και βάλε κατσαρόλα να τα καθαρίσουμε.
-Τίνος είναι ρε Γιώργο; Πες μου !
-Του πούστη του Γκαβέλα είναι. Επιτρέπεται να τρώει ο Γκαβέλας και να μην τρως εσύ ;
-Ρε Γιώργο θα μας δέσουνε . Είσαι σίγουρος πως δεν σε είδανε δε σ’ ακούσανε ; είναι το δίπλα σπίτι ρε μαλάκα.
-Σκάσε και βάλε κατσαρόλα. Το Γιώργο ούτε τον βλέπουν ούτε τον ακούν τη νύχτα .
Βάζουμε κατσαρόλα στο πετρογκάζ, και με μεγάλη ταχύτητα ύστερα από λίγο έχουμε καθαρίσει από πούπουλα και άντερα .
-Τώρα τι θα κάνω τα πούπουλα ρε Γιώργο; Το πρωί που θα βγω να τα πετάξω μπορεί να με δουν.
-Δεν θα τα πετάξεις εσύ, θα τα πάρω εγώ τώρα. Θα ανέβω μια επάνω το δρομάκι με τ’ αυτοκίνητο και όταν κατέβω θα μου τα δώσεις.
Καθώς βγαίνουμε έξω, βλέπουμε στου Γκαβέλα το σπίτι ένα φως αναμμένο.
-Να ! ρε Γιώργο, τα βλέπεις ; θα με κάψεις και γω δε φταίω ! Τελείως ψύχραιμος , μου λέει να περιμένω. Βάζει μπρος το αυτοκίνητο, ανεβαίνει πιο πάνω, παίρνει στροφή κι έρχεται έξω απ’ την πόρτα μου. Πηγαίνω σιγά σιγά για να του δώσω τη σακούλα με τα πούπουλα . Αφού τα παίρνει, φωνάζει απότομα και πολύ δυνατά :
-Έβγα έξω ρε !
Μου έχουν κοπεί τα γόνατα…
-Τι έπαθες ρε Γιώργο και φωνάζεις ;
-Πήγαινε μέσα εσύ, πήγαινε μέσα, πήγαινε μέσα… μου λέει ψιθυριστά.
-Έβγα έξω μωρή κουφάλα να σε καθαρίσω!
-Ρε Γιώργο είσαι καλά ;
-Πήγαινε μέσα, πήγαινε μέσα εσύ…ξανά ψιθυριστά, μετά δυνατά: δε βγαίνεις ε ; θα ξαναπεράσω και θα σας κατατροπώσω ούλους.
Και χάνεται σα σίφουνας μες τη νύχτα. Την ίδια στιγμή το φως του Γκαβέλα σβήνει.
Σαστισμένος , το μόνο που σκεφτόμουν ήταν να μπω στο σπίτι και να περιμένω το πρωί, να δω τι θα γίνει.

Αχάραγα ακόμα, έφυγα γιατί δεν άντεχα στην αγωνία και τι θάλεγα στους χωριάτες που σίγουρα θα με ρώταγαν το πρωί.
Στις τρις το απόγευμα γύρισα σπίτι. Άλλαξα ρούχα και βγήκα στην αυλή να ποτίσω κάτι λουλούδια.
Καθώς πότιζα , βλέπω με την άκρη του ματιού κάποιον να πλησιάζει προς το σπίτι. Κάνω λίγο έτσι και καταλαβαίνω ότι ήταν ο Γκαβέρας. Δεν δίνω σημασία και συνεχίζω αμέριμνα το πότισμα.
-Γεια σου Παύλο
-Γειά σου Ντίνο
Πλησιάζει μπαίνοντας στο κτήμα.
-Είσαι καλά ρε Παυλάκι ;
Έχω τρομοκρατηθεί …
-Καλά Ντίνο…
-Πολύ καλά.
-Πολύ καλά, γιατί ;
-Ε τι γιατί ρε Παύλο; εχτές το βράδυ δεν άκουσες τίποτα ;
-Α εννοείς εκείνους που φώναζαν ; βγήκα να δω αλλά δεν πρόλαβα, είχαν φύγει.
-Κατά τα άλλα καλά ;
-Καλά . Γιατί ;
-Ρε Παύλο ,δεν σου λείπει τίποτα ;
-Όχι !
-Δεν ξέρω , αλλά εμένα μου λειπάσανε διό κότες.
Πως κρατήθηκα απ’ τα γέλια, ένας θεός ξέρει.
-Σοβαρά ρε Ντίνο ; ρε τα καθάρματα…
-Αυτοί Παύλο πρέπει να ήταν τρομοκράτες .
-Αυτό λέω και γω Ντίνο μου, να πάμε στην Αστυνομία.
-Άντε ρε Παύλο, να μπλέξουμε!
-Κι οι κότες ;
-Ρε γάμα τις κότες… για διό κότες τώρα !

Τετάρτη, 19 Ιανουαρίου 2011


1

ΣΤΑΘΜΟΙ
αφιερωμένο στην φίλη την Θεώρημα

Εδώ και πολλά χρόνια νοιώθω την ανάγκη να γράψω την αυτοβιογραφία μου. Κάνω διάφορα σχέδια, από πού να ξεκινήσω, ποια περίοδο να διηγηθώ στο χαρτί, αλλά πάντα όλα μπερδεύονται και στριμώχνονται στο μυαλό μου ,όπως ένα πλήθος επιβατών που ορμούν όλοι ταυτόχρονα να μπουν σ’ ένα άδειο λεωφορείο, με αποτέλεσμα να φρακάρουν στην είσοδο και να μην μπορεί να μπει κανείς.
Έτσι, αυτή η προσπάθεια, μονίμως ματαιώνεται.
Μου αρέσει να διαβάζω και να γράφω σε σταθμούς περιμένοντας να ταξιδέψω. Τότε μέσα μου όλα ανθίζουν κι ανοίγουν σαν περίεργα λουλούδια και οι σκέψεις μου και το μολύβι μπορούν να τρέχουν. Δεν καταλαβαίνω γιατί το σπίτι μου με βασανίζει τόσο. Μέσα εκεί προσπαθώ πάντα να ξεφύγω από τον εαυτό μου και γυρίζω σαν το λιοντάρι μέσα στο κλουβί.
Στους σταθμούς, εντελώς αντίθετα ,έχω την ανάγκη να επικοινωνήσω με τον εαυτό μου .Όσο για τους θορύβους και τις ομιλίες γύρω μου γίνονται ένα θαυμάσιο ηχητικό φόντο για περισυλλογή. Τόσο που πολλές φορές σκέφτομαι ότι θα πρέπει να πηγαίνω στους σταθμούς χωρίς το πρόσχημα του ταξιδιού, για να βρίσκω την ευτυχία μου.
Σήμερα αποφάσισα να ταξιδέψω μέσα σ’ ένα τέταρτο. Σχεδόν έσπρωξα τον εαυτό μου να βγει από την πόρτα.
Και να τώρα εδώ, με το σακ-βουαγιάζ στα πόδια, ξαναβρήκα το κέφι μου. Όχι για το ταξίδι που θα κάνω αλλά γιατί βρέθηκα πάλι σε σταθμό-χώρο για να ονειρεύεται κανείς.
Από μικρό παιδί ονειρεύομαι. Συνεχώς και αδιαλείπτως . Μάλιστα σ’ αυτούς τους ρεμβασμούς οφείλω κατά το μεγαλύτερο μέρος την ευτυχία μου, γιατί εκεί όλα μπορούν να γίνουν. Μάλιστα όταν ήμουν παιδί έφτανα να σε τέτοια σημεία ονείρου, ώστε με παιδική αθωότητα απορούσα που η πραγματικότητα ήταν διαφορετική. Κάποτε μάλιστα είχα φτάσει σε τέτοιο σημείο ώστε να διηγηθώ μια τέτοια φαντασία σ’ ένα συμμαθητή μου προσπαθώντας να τον πείσω να συμμετέχει στην πραγματοποίησή της .Ο μικρός με κοίταξε με γουρλωμένα μάτια κι από τότε με απέφευγε.
Στους σταθμούς λοιπόν εκεί, οι άνθρωποι μοιάζουν να έχουν μια εσωτερική προετοιμασία πολλές φορές και εξωτερική-μια καθαριότητα-έχουν ένα κοινό στόχο, το ταξίδι και κυρίως μια ασυνείδητη ανασφάλεια για την καλή μετάβαση. Ο καθένας μόνος με τον εαυτό του, οι περισσότεροι ταξιδεύουν μόνοι . Πίσω από το βλέμμα τους κουβαλούν την εικόνα του τόπου άφιξης.
Τα βουνά της Μάνης, τ’ ακρογιάλια της Λευκάδας.
Θα ‘θελαν να μηδενίσουν το χρόνο που τους χωρίζει απ' αυτόν κι όμως υποχρεωτικά πρέπει να τον υποστούν.
Βουτιούνται μέσα στην κατάσταση αναμονής.
Αυτή η αναμονή, μαζί κι η ανασφάλεια, τους κάνει ήσυχους και λιγότερο επιθετικούς, λιγότερο βλάκες. Απ’ αυτή την αίσθηση που μου γεννούν οι σταθμοί εξαιρώ την εικόνα τους σε περιόδους μαζικών μετακινήσεων-αυτή η υστερία μου γεννά αποστροφή-μιλώ περισσότερο για τους σταθμούς σε καθημερινές απλές ημέρες. Έτσι λοιπόν σ’ αυτές τις απλές ημέρες, μου δίνουν την εντύπωση της συμπυκνωμένης ζωής. Αυτό το κομμάτι της ζωής μοιάζει μ’ όλη τη ζωή. Συγκεντρώνει πολλή από την αλήθεια της ύπαρξης. Την μοναξιά της και την μεταβατικότητά της. Όλοι ίσοι και μόνοι χωρίς βιογραφικό. Με την ώρα της aναχώρησης στην τσέπη.
Ταυτοχρόνως μου γεννιούνται σκέψεις ανακεφαλαιωτικές. Οι σερβιτόροι που κυκλοφορούν στα μικρά καφενεία των σταθμών και σερβίρουν με το δίσκο καφέδες, έχουν κάτι από νοσοκόμους, αδελφές του ελέους ή παπάδες, έτοιμοι να προσφέρουν τις καλές τους υπηρεσίες με μυαλό νηφάλιο κι από θέση υπεροχής, σ’ αυτούς που θα φύγουν.
Όταν κάποιες φορές έτυχε να πάω σε σταθμό για να παραλάβω κάποιον μου ήταν εντελώς αδύνατο να αποκτήσω εκείνο το σύννεφο στο μυαλό και την κατάσταση ιδιαίτερης ευαισθησίας που έχει ο άνθρωπος που αναχωρεί. Έτσι ο συλλογισμός μου για μεταβάσεις σε σταθμούς, χωρίς επικείμενο ταξίδι είναι μάλλον άκυρος και παρά την ικανότητά μου να ονειρεύομαι, το προσχεδιασμένο, δεν κερδίζει την ψυχή μου.

Παρασκευή, 7 Ιανουαρίου 2011


11
ΡΙΟ-ΑΝΤΙΡΡΙΟ


Θα το είχε περάσει πολλές φορές όταν ήταν μικρή.
Με τους γονείς της. Γύριζαν τα βουνά με τα σακίδια. Μικρές συντροφιές που ανέβαιναν στα βουνά, στα
απομονωμένα χωριά που τότε δεν έφτανε αυτοκίνητο. Θα το είχε περάσει αλλά από εκείνη την εποχή δεν θυμόνταν τίποτα.
Θα το είχε περάσει και τότε στη σχολική εκδρομή της ογδόης στη Κέρκυρα. Θυμάται εκείνη τη φωτογραφία που κάθονταν όλες στον πάγκο του πλοίου ακουμπώντας στην κουπαστή με τη θάλασσα πίσω τους.
Μακριές ποδιές με άσπρους γιακάδες. Αυτή στη μέση της παρέας. Η Σoφία κοιμισμένη στον ώμο της. Δίπλα της η Λένα και πιο εκεί η Ειρήνη με τα χρυσά μαλλάκια της να ανεμίζουν. Μετά η Μαριάννα με το μαύρο υπέροχο κότσο της να σπάει τα χείλη σ ένα μικρό αυστηρό χαμόγελο.
Στο κάτω μέρος της φωτογραφίας οι γάμπες τους στη σειρά να καταλήγουν στ΄ άσπρα σοσόνια, γεμάτες, κοκαλιάρικες, στρουμπουλές, υπέροχες, χιλιοπαρατηρημένες από την κοριτσίστικη ανασφάλεια και τις εσωτερικές βουβές συγκρίσεις. Και τότε το είχε περάσει αλλά δεν το θυμόταν. Τόσο στραμμένες στον εαυτό τους και μεταξύ τους, που το γύρω απλά υπήρχε.
Όμως αυτό που θυμάται σαν πρώτο πέρασμα
ήταν εκείνο το πρωινό του Ιουνίου που πήγαινε να τον συναντήσει στο νησί. Είχαν γνωριστεί έξω, τον χειμώνα που σπούδαζαν. Τώρα ξανασυναντιόντουσαν στη μικρή πατρίδα του. Εκείνο το λαμπερό πρωινό του Ιουνίου το λεωφορείο έτρεχε στη Παλιά Εθνική Οδό-η καινούργια δεν υπήρχε ακόμα-δίπλα στη θάλασσα που τεντωνόταν διάφανη στα δεξιά της. Μικρά λιμανάκια κι ακρογιαλιές έρημες, χωριά με τη μικρή ζωή τους και πόλεις μεγαλύτερες. Ξυλόκαστρο, Κιάτο, Πλάτανος, Ακράτα, Τεμένη, Αίγιο. Χύνονταν μέσα της σαν μικρά ποτηράκια γλυκό κρασί που την έφερναν όλο κοντύτερα σε εκείνον. Κι όλο έφτιαχνε τη χασεδένια φούστα με τα βολάν και τις δαντέλες που είχε αγοράσει έξω, στα παλιατσίδικα της Porte des Vanves που είχε συμβάλλει κι αυτή σ' αυτόν τον έρωτα.
Ο αέρας έμπαινε δροσερός απ' τo παράθυρο,
βαλαντωμένος από τ' αρώματα έτσι που το λεωφορείο έτρεχε ανάμεσα στις λεμονιές, ανακατωμένος με την
αρμύρα της θάλασσας .Ήταν οι στιγμές που αγαπούσε τον τόπο της βάζοντας στην άκρη τις χούντες και τη φτώχεια του.
''Φτάνουμε Ρίο'' είπαν .''Ποιός είναι για Ρίο-Πάτρα;''
Πάτρα! Tί ήξερε από την Πάτρα;
Μιά φορά είχαν περάσει γυρνώντας από μια εκδρομή.
Ήταν στο Καρναβάλι. Ήταν τότε που η μάνα της παραπονιόταν οτι την πονούσε το κεφάλι της από τις μπουνιές που έφαγε μαζί με τα κέρινα αυγά με χαρτοπόλεμο που σου έσπαγαν στο κεφάλι.
Τι άλλο ; Ναι, είχαν ανέβει δεκαεφτά πάνω σ ένα μόνιπ- πο. Κι εκεί ακόμα έτρωγες μπουνιές με κέρινα αυγά. Και σοκολάτες πέταγαν, βροχή από ένα κάρο. Τόσες που τις πάταγες και σπάγανε στις πλάκες. Και σ' ένα δρόμο με πολύ κόσμο και μασκαράδες-ωραίος δρόμος, με στοές κι αψίδες - μια γυναίκα με μαύρο ντόμινο και μάσκα αγκάλιασε τη μάνα της ξαφνικά στη μέση του δρόμου και τη φίλαγε!

- Στέλλα μου, Στελλάκι μου, της έλεγε.Η μάνα της φώναξε τον πατέρα της γελώντας:
-Κώστα, βρε Κώστα, ποιά είναι αυτή;
-Σσσσ...σώπα...μη λες όνομα, είπε εκείνη.
Πήγε κι ο πατέρας κοντά.
-Βρε η Ελένη είναι ! Βρε Ελενίτσα τι κάνει ο Γιώργος;
-Σσσ...σσσ...σωπάτε! σσσ...μπουρμπούλια....σσσ..
Φίλοι τους Πατρινοί.
Μπουρμπούλια; μπουρμπουλήθρες της φαινόταν τότε η λέξη. Μετά από τόσα χρόνια κατάλαβε !
Παντρεμένες κι ελεύθερες οι Πατρινές πήγαιναν, ντυμένες ντόμινα, με γάντια και μάσκες στο ιστορικό ''Θέατρο Απόλλων'' της πλατείας Γεωργίου στο χορό, στα ‘Μπουρμπούλια’. Οι άντρες αμασκάρευτοι. Εκεί πλέκονταν ανομολόγητα ειδύλλια με την έλξη του μυστηρίου, αλλά και φάρσες, όταν ο σύζυγος χόρευε όλο το βράδυ με μια μυστηριώδη ύπαρξη και στο τέλος αποκαλύπτονταν οτι ήταν η γυναίκα του.

Το αυτοκίνητο σταμάτησε στην παραλία. Ο οδηγός έδωσε τις βαλίτσες σε κάποιους που αποβιβάστηκαν.
Ένα χαμηλό κάστρο ήταν δίπλα και το νερό
σ΄ όλο το μήκος της παραλίας, πηγαινόφερνε πολύχρωμα βότσαλα. Όλα γυάλιζαν, άστραφταν στο φως. Το άσπρο φερρυ-μπότ την πήρε στη φούχτα του απαλά να την περάσει απέναντι, σε κείνον, στο νησί.
Πίσω της η Πάτρα. Αίσθηση απομάκρυνσης από τον πολιτισμό. Το τοπίο ανέγγιχτο. Όλα, εκείνο το πρωινό, έμοιαζε να γίνονται για πρώτη φορά. Μόνο για κείνην. Έγινε το πέρασμα. Πέρασμα ζωής.
Όταν κατέβηκε απ΄ το πλοίο της φάνηκε πως βγήκε σε άλλη γη. Μπρος της δύο μεγάλα γυμνά βουνά. Θα πέρναγαν ανάμεσα. Ο αέρας υγρός, κόλλαγαν τα μπράτσα. Η ανάσα του Ιονίου. Αυτό τον αέρα που θα γεύονταν για χρόνια. Τον βαρύ υγρό αέρα του Ιονίου. Όμως ξαφνικά και το Μαΐστρο να φυσά γλυκά και να κάνει την ανάσα πιο εύκολη.
Τα χρόνια κύλησαν. Άλλοτε εύκολα, άλλοτε δύσκολα. Κι αυτή με τα παιδιά της και τον άντρα της, τουλάχιστον δύο φορές το χρόνο περνούσαν το Ρίο-Αντίρριο. Μ' ένα αίσθημα χαράς στον πηγαιμό, μ ΄ένα σφίξιμο στο γυρισμό.
Η Αθήνα μέσα της είχε μετακομίσει στο Ρίο και το νησί στο Αντίρριο. Τα είχε βάλει αντικριστά. Πολύ κοντά. Αγνοώντας στη πραγματικότητα αυτό που ήταν το Ρίο αλλά και το Αντίρριο. Τόποι με δική τους υπόσταση. Η μοίρα του να είναι ο τόπος πέρασμα!
Το ενδιάμεσο, η θάλασσα, ήταν των περαματάρηδων που μπαινοβγάζαν τ΄αυτοκίνητα και των πλανόδιων μουσικών που άλλοτε ξάφνιαζαν κι άλλοτε ξεκούφαιναν.
Πέραμα αισθημάτων. Συνάντησης κι αποχωρισμού.
Δύο βέλη με αντίθετη φορά. Το ένα πάνω απ’ τ΄ άλλο.
Χώρος του υποκειμένου.
Μήπως όλοι οι τόποι δεν είναι προσωπικά τοπία;
Μέχρι που κάτι θα συμβεί και θ΄ ακούσεις τη δική τους λαλιά. Θα τ΄ ανακαλύψεις σαν άνθρωπο που έβλεπες από καιρό κι όμως δεν τον είχες γνωρίσει ποτέ αληθινά. Τώρα, η μοντέρνα Γέφυρα τα σάρωσε όλα αυτά. Κάθε τελετουργία του ''από και προς.''
Όμως τα Σαββατοκύριακα αναμμένη με όλα της τα φώτα τα μπλέ και τα πορτοκαλί φαντάζει χαρούμενη, πανηγυρική. Ίσως οι νέοι που θα περνούν να νοιώ- σουν άλλα...

Τρίτη, 7 Δεκεμβρίου 2010