
11
ΡΙΟ-ΑΝΤΙΡΡΙΟ
Θα το είχε περάσει πολλές φορές όταν ήταν μικρή.
Με τους γονείς της. Γύριζαν τα βουνά με τα σακίδια. Μικρές συντροφιές που ανέβαιναν στα βουνά, στα
απομονωμένα χωριά που τότε δεν έφτανε αυτοκίνητο. Θα το είχε περάσει αλλά από εκείνη την εποχή δεν θυμόνταν τίποτα.
Θα το είχε περάσει και τότε στη σχολική εκδρομή της ογδόης στη Κέρκυρα. Θυμάται εκείνη τη φωτογραφία που κάθονταν όλες στον πάγκο του πλοίου ακουμπώντας στην κουπαστή με τη θάλασσα πίσω τους.
Μακριές ποδιές με άσπρους γιακάδες. Αυτή στη μέση της παρέας. Η Σoφία κοιμισμένη στον ώμο της. Δίπλα της η Λένα και πιο εκεί η Ειρήνη με τα χρυσά μαλλάκια της να ανεμίζουν. Μετά η Μαριάννα με το μαύρο υπέροχο κότσο της να σπάει τα χείλη σ ένα μικρό αυστηρό χαμόγελο.
Στο κάτω μέρος της φωτογραφίας οι γάμπες τους στη σειρά να καταλήγουν στ΄ άσπρα σοσόνια, γεμάτες, κοκαλιάρικες, στρουμπουλές, υπέροχες, χιλιοπαρατηρημένες από την κοριτσίστικη ανασφάλεια και τις εσωτερικές βουβές συγκρίσεις. Και τότε το είχε περάσει αλλά δεν το θυμόταν. Τόσο στραμμένες στον εαυτό τους και μεταξύ τους, που το γύρω απλά υπήρχε.
Όμως αυτό που θυμάται σαν πρώτο πέρασμα
ήταν εκείνο το πρωινό του Ιουνίου που πήγαινε να τον συναντήσει στο νησί. Είχαν γνωριστεί έξω, τον χειμώνα που σπούδαζαν. Τώρα ξανασυναντιόντουσαν στη μικρή πατρίδα του. Εκείνο το λαμπερό πρωινό του Ιουνίου το λεωφορείο έτρεχε στη Παλιά Εθνική Οδό-η καινούργια δεν υπήρχε ακόμα-δίπλα στη θάλασσα που τεντωνόταν διάφανη στα δεξιά της. Μικρά λιμανάκια κι ακρογιαλιές έρημες, χωριά με τη μικρή ζωή τους και πόλεις μεγαλύτερες. Ξυλόκαστρο, Κιάτο, Πλάτανος, Ακράτα, Τεμένη, Αίγιο. Χύνονταν μέσα της σαν μικρά ποτηράκια γλυκό κρασί που την έφερναν όλο κοντύτερα σε εκείνον. Κι όλο έφτιαχνε τη χασεδένια φούστα με τα βολάν και τις δαντέλες που είχε αγοράσει έξω, στα παλιατσίδικα της Porte des Vanves που είχε συμβάλλει κι αυτή σ' αυτόν τον έρωτα.
Ο αέρας έμπαινε δροσερός απ' τo παράθυρο,
βαλαντωμένος από τ' αρώματα έτσι που το λεωφορείο έτρεχε ανάμεσα στις λεμονιές, ανακατωμένος με την
αρμύρα της θάλασσας .Ήταν οι στιγμές που αγαπούσε τον τόπο της βάζοντας στην άκρη τις χούντες και τη φτώχεια του.
''Φτάνουμε Ρίο'' είπαν .''Ποιός είναι για Ρίο-Πάτρα;''
Πάτρα! Tί ήξερε από την Πάτρα;
Μιά φορά είχαν περάσει γυρνώντας από μια εκδρομή.
Ήταν στο Καρναβάλι. Ήταν τότε που η μάνα της παραπονιόταν οτι την πονούσε το κεφάλι της από τις μπουνιές που έφαγε μαζί με τα κέρινα αυγά με χαρτοπόλεμο που σου έσπαγαν στο κεφάλι.
Τι άλλο ; Ναι, είχαν ανέβει δεκαεφτά πάνω σ ένα μόνιπ- πο. Κι εκεί ακόμα έτρωγες μπουνιές με κέρινα αυγά. Και σοκολάτες πέταγαν, βροχή από ένα κάρο. Τόσες που τις πάταγες και σπάγανε στις πλάκες. Και σ' ένα δρόμο με πολύ κόσμο και μασκαράδες-ωραίος δρόμος, με στοές κι αψίδες - μια γυναίκα με μαύρο ντόμινο και μάσκα αγκάλιασε τη μάνα της ξαφνικά στη μέση του δρόμου και τη φίλαγε!
- Στέλλα μου, Στελλάκι μου, της έλεγε.Η μάνα της φώναξε τον πατέρα της γελώντας:
-Κώστα, βρε Κώστα, ποιά είναι αυτή;
-Σσσσ...σώπα...μη λες όνομα, είπε εκείνη.
Πήγε κι ο πατέρας κοντά.
-Βρε η Ελένη είναι ! Βρε Ελενίτσα τι κάνει ο Γιώργος;
-Σσσ...σσσ...σωπάτε! σσσ...μπουρμπούλια....σσσ..
Φίλοι τους Πατρινοί.
Μπουρμπούλια; μπουρμπουλήθρες της φαινόταν τότε η λέξη. Μετά από τόσα χρόνια κατάλαβε !
Παντρεμένες κι ελεύθερες οι Πατρινές πήγαιναν, ντυμένες ντόμινα, με γάντια και μάσκες στο ιστορικό ''Θέατρο Απόλλων'' της πλατείας Γεωργίου στο χορό, στα ‘Μπουρμπούλια’. Οι άντρες αμασκάρευτοι. Εκεί πλέκονταν ανομολόγητα ειδύλλια με την έλξη του μυστηρίου, αλλά και φάρσες, όταν ο σύζυγος χόρευε όλο το βράδυ με μια μυστηριώδη ύπαρξη και στο τέλος αποκαλύπτονταν οτι ήταν η γυναίκα του.
Το αυτοκίνητο σταμάτησε στην παραλία. Ο οδηγός έδωσε τις βαλίτσες σε κάποιους που αποβιβάστηκαν.
Ένα χαμηλό κάστρο ήταν δίπλα και το νερό
σ΄ όλο το μήκος της παραλίας, πηγαινόφερνε πολύχρωμα βότσαλα. Όλα γυάλιζαν, άστραφταν στο φως. Το άσπρο φερρυ-μπότ την πήρε στη φούχτα του απαλά να την περάσει απέναντι, σε κείνον, στο νησί.
Πίσω της η Πάτρα. Αίσθηση απομάκρυνσης από τον πολιτισμό. Το τοπίο ανέγγιχτο. Όλα, εκείνο το πρωινό, έμοιαζε να γίνονται για πρώτη φορά. Μόνο για κείνην. Έγινε το πέρασμα. Πέρασμα ζωής.
Όταν κατέβηκε απ΄ το πλοίο της φάνηκε πως βγήκε σε άλλη γη. Μπρος της δύο μεγάλα γυμνά βουνά. Θα πέρναγαν ανάμεσα. Ο αέρας υγρός, κόλλαγαν τα μπράτσα. Η ανάσα του Ιονίου. Αυτό τον αέρα που θα γεύονταν για χρόνια. Τον βαρύ υγρό αέρα του Ιονίου. Όμως ξαφνικά και το Μαΐστρο να φυσά γλυκά και να κάνει την ανάσα πιο εύκολη.
Τα χρόνια κύλησαν. Άλλοτε εύκολα, άλλοτε δύσκολα. Κι αυτή με τα παιδιά της και τον άντρα της, τουλάχιστον δύο φορές το χρόνο περνούσαν το Ρίο-Αντίρριο. Μ' ένα αίσθημα χαράς στον πηγαιμό, μ ΄ένα σφίξιμο στο γυρισμό.
Η Αθήνα μέσα της είχε μετακομίσει στο Ρίο και το νησί στο Αντίρριο. Τα είχε βάλει αντικριστά. Πολύ κοντά. Αγνοώντας στη πραγματικότητα αυτό που ήταν το Ρίο αλλά και το Αντίρριο. Τόποι με δική τους υπόσταση. Η μοίρα του να είναι ο τόπος πέρασμα!
Το ενδιάμεσο, η θάλασσα, ήταν των περαματάρηδων που μπαινοβγάζαν τ΄αυτοκίνητα και των πλανόδιων μουσικών που άλλοτε ξάφνιαζαν κι άλλοτε ξεκούφαιναν.
Πέραμα αισθημάτων. Συνάντησης κι αποχωρισμού.
Δύο βέλη με αντίθετη φορά. Το ένα πάνω απ’ τ΄ άλλο.
Χώρος του υποκειμένου.
Μήπως όλοι οι τόποι δεν είναι προσωπικά τοπία;
Μέχρι που κάτι θα συμβεί και θ΄ ακούσεις τη δική τους λαλιά. Θα τ΄ ανακαλύψεις σαν άνθρωπο που έβλεπες από καιρό κι όμως δεν τον είχες γνωρίσει ποτέ αληθινά. Τώρα, η μοντέρνα Γέφυρα τα σάρωσε όλα αυτά. Κάθε τελετουργία του ''από και προς.''
Όμως τα Σαββατοκύριακα αναμμένη με όλα της τα φώτα τα μπλέ και τα πορτοκαλί φαντάζει χαρούμενη, πανηγυρική. Ίσως οι νέοι που θα περνούν να νοιώ- σουν άλλα...
ΡΙΟ-ΑΝΤΙΡΡΙΟ
Θα το είχε περάσει πολλές φορές όταν ήταν μικρή.
Με τους γονείς της. Γύριζαν τα βουνά με τα σακίδια. Μικρές συντροφιές που ανέβαιναν στα βουνά, στα
απομονωμένα χωριά που τότε δεν έφτανε αυτοκίνητο. Θα το είχε περάσει αλλά από εκείνη την εποχή δεν θυμόνταν τίποτα.
Θα το είχε περάσει και τότε στη σχολική εκδρομή της ογδόης στη Κέρκυρα. Θυμάται εκείνη τη φωτογραφία που κάθονταν όλες στον πάγκο του πλοίου ακουμπώντας στην κουπαστή με τη θάλασσα πίσω τους.
Μακριές ποδιές με άσπρους γιακάδες. Αυτή στη μέση της παρέας. Η Σoφία κοιμισμένη στον ώμο της. Δίπλα της η Λένα και πιο εκεί η Ειρήνη με τα χρυσά μαλλάκια της να ανεμίζουν. Μετά η Μαριάννα με το μαύρο υπέροχο κότσο της να σπάει τα χείλη σ ένα μικρό αυστηρό χαμόγελο.
Στο κάτω μέρος της φωτογραφίας οι γάμπες τους στη σειρά να καταλήγουν στ΄ άσπρα σοσόνια, γεμάτες, κοκαλιάρικες, στρουμπουλές, υπέροχες, χιλιοπαρατηρημένες από την κοριτσίστικη ανασφάλεια και τις εσωτερικές βουβές συγκρίσεις. Και τότε το είχε περάσει αλλά δεν το θυμόταν. Τόσο στραμμένες στον εαυτό τους και μεταξύ τους, που το γύρω απλά υπήρχε.
Όμως αυτό που θυμάται σαν πρώτο πέρασμα
ήταν εκείνο το πρωινό του Ιουνίου που πήγαινε να τον συναντήσει στο νησί. Είχαν γνωριστεί έξω, τον χειμώνα που σπούδαζαν. Τώρα ξανασυναντιόντουσαν στη μικρή πατρίδα του. Εκείνο το λαμπερό πρωινό του Ιουνίου το λεωφορείο έτρεχε στη Παλιά Εθνική Οδό-η καινούργια δεν υπήρχε ακόμα-δίπλα στη θάλασσα που τεντωνόταν διάφανη στα δεξιά της. Μικρά λιμανάκια κι ακρογιαλιές έρημες, χωριά με τη μικρή ζωή τους και πόλεις μεγαλύτερες. Ξυλόκαστρο, Κιάτο, Πλάτανος, Ακράτα, Τεμένη, Αίγιο. Χύνονταν μέσα της σαν μικρά ποτηράκια γλυκό κρασί που την έφερναν όλο κοντύτερα σε εκείνον. Κι όλο έφτιαχνε τη χασεδένια φούστα με τα βολάν και τις δαντέλες που είχε αγοράσει έξω, στα παλιατσίδικα της Porte des Vanves που είχε συμβάλλει κι αυτή σ' αυτόν τον έρωτα.
Ο αέρας έμπαινε δροσερός απ' τo παράθυρο,
βαλαντωμένος από τ' αρώματα έτσι που το λεωφορείο έτρεχε ανάμεσα στις λεμονιές, ανακατωμένος με την
αρμύρα της θάλασσας .Ήταν οι στιγμές που αγαπούσε τον τόπο της βάζοντας στην άκρη τις χούντες και τη φτώχεια του.
''Φτάνουμε Ρίο'' είπαν .''Ποιός είναι για Ρίο-Πάτρα;''
Πάτρα! Tί ήξερε από την Πάτρα;
Μιά φορά είχαν περάσει γυρνώντας από μια εκδρομή.
Ήταν στο Καρναβάλι. Ήταν τότε που η μάνα της παραπονιόταν οτι την πονούσε το κεφάλι της από τις μπουνιές που έφαγε μαζί με τα κέρινα αυγά με χαρτοπόλεμο που σου έσπαγαν στο κεφάλι.
Τι άλλο ; Ναι, είχαν ανέβει δεκαεφτά πάνω σ ένα μόνιπ- πο. Κι εκεί ακόμα έτρωγες μπουνιές με κέρινα αυγά. Και σοκολάτες πέταγαν, βροχή από ένα κάρο. Τόσες που τις πάταγες και σπάγανε στις πλάκες. Και σ' ένα δρόμο με πολύ κόσμο και μασκαράδες-ωραίος δρόμος, με στοές κι αψίδες - μια γυναίκα με μαύρο ντόμινο και μάσκα αγκάλιασε τη μάνα της ξαφνικά στη μέση του δρόμου και τη φίλαγε!
- Στέλλα μου, Στελλάκι μου, της έλεγε.Η μάνα της φώναξε τον πατέρα της γελώντας:
-Κώστα, βρε Κώστα, ποιά είναι αυτή;
-Σσσσ...σώπα...μη λες όνομα, είπε εκείνη.
Πήγε κι ο πατέρας κοντά.
-Βρε η Ελένη είναι ! Βρε Ελενίτσα τι κάνει ο Γιώργος;
-Σσσ...σσσ...σωπάτε! σσσ...μπουρμπούλια....σσσ..
Φίλοι τους Πατρινοί.
Μπουρμπούλια; μπουρμπουλήθρες της φαινόταν τότε η λέξη. Μετά από τόσα χρόνια κατάλαβε !
Παντρεμένες κι ελεύθερες οι Πατρινές πήγαιναν, ντυμένες ντόμινα, με γάντια και μάσκες στο ιστορικό ''Θέατρο Απόλλων'' της πλατείας Γεωργίου στο χορό, στα ‘Μπουρμπούλια’. Οι άντρες αμασκάρευτοι. Εκεί πλέκονταν ανομολόγητα ειδύλλια με την έλξη του μυστηρίου, αλλά και φάρσες, όταν ο σύζυγος χόρευε όλο το βράδυ με μια μυστηριώδη ύπαρξη και στο τέλος αποκαλύπτονταν οτι ήταν η γυναίκα του.
Το αυτοκίνητο σταμάτησε στην παραλία. Ο οδηγός έδωσε τις βαλίτσες σε κάποιους που αποβιβάστηκαν.
Ένα χαμηλό κάστρο ήταν δίπλα και το νερό
σ΄ όλο το μήκος της παραλίας, πηγαινόφερνε πολύχρωμα βότσαλα. Όλα γυάλιζαν, άστραφταν στο φως. Το άσπρο φερρυ-μπότ την πήρε στη φούχτα του απαλά να την περάσει απέναντι, σε κείνον, στο νησί.
Πίσω της η Πάτρα. Αίσθηση απομάκρυνσης από τον πολιτισμό. Το τοπίο ανέγγιχτο. Όλα, εκείνο το πρωινό, έμοιαζε να γίνονται για πρώτη φορά. Μόνο για κείνην. Έγινε το πέρασμα. Πέρασμα ζωής.
Όταν κατέβηκε απ΄ το πλοίο της φάνηκε πως βγήκε σε άλλη γη. Μπρος της δύο μεγάλα γυμνά βουνά. Θα πέρναγαν ανάμεσα. Ο αέρας υγρός, κόλλαγαν τα μπράτσα. Η ανάσα του Ιονίου. Αυτό τον αέρα που θα γεύονταν για χρόνια. Τον βαρύ υγρό αέρα του Ιονίου. Όμως ξαφνικά και το Μαΐστρο να φυσά γλυκά και να κάνει την ανάσα πιο εύκολη.
Τα χρόνια κύλησαν. Άλλοτε εύκολα, άλλοτε δύσκολα. Κι αυτή με τα παιδιά της και τον άντρα της, τουλάχιστον δύο φορές το χρόνο περνούσαν το Ρίο-Αντίρριο. Μ' ένα αίσθημα χαράς στον πηγαιμό, μ ΄ένα σφίξιμο στο γυρισμό.
Η Αθήνα μέσα της είχε μετακομίσει στο Ρίο και το νησί στο Αντίρριο. Τα είχε βάλει αντικριστά. Πολύ κοντά. Αγνοώντας στη πραγματικότητα αυτό που ήταν το Ρίο αλλά και το Αντίρριο. Τόποι με δική τους υπόσταση. Η μοίρα του να είναι ο τόπος πέρασμα!
Το ενδιάμεσο, η θάλασσα, ήταν των περαματάρηδων που μπαινοβγάζαν τ΄αυτοκίνητα και των πλανόδιων μουσικών που άλλοτε ξάφνιαζαν κι άλλοτε ξεκούφαιναν.
Πέραμα αισθημάτων. Συνάντησης κι αποχωρισμού.
Δύο βέλη με αντίθετη φορά. Το ένα πάνω απ’ τ΄ άλλο.
Χώρος του υποκειμένου.
Μήπως όλοι οι τόποι δεν είναι προσωπικά τοπία;
Μέχρι που κάτι θα συμβεί και θ΄ ακούσεις τη δική τους λαλιά. Θα τ΄ ανακαλύψεις σαν άνθρωπο που έβλεπες από καιρό κι όμως δεν τον είχες γνωρίσει ποτέ αληθινά. Τώρα, η μοντέρνα Γέφυρα τα σάρωσε όλα αυτά. Κάθε τελετουργία του ''από και προς.''
Όμως τα Σαββατοκύριακα αναμμένη με όλα της τα φώτα τα μπλέ και τα πορτοκαλί φαντάζει χαρούμενη, πανηγυρική. Ίσως οι νέοι που θα περνούν να νοιώ- σουν άλλα...

7 σχόλια:
Αγία Νοσταλγία.
Ωραία φράση η 'Αγια Νοσταλγία'
cher troubadour.
Η όπως αλλιώς έλεγε ένας παλιός μου φίλος:
"Κάλιο που όσο και να κλαίει
ο κάθε που θα νοσταλγεί
η ζήση δεν γυρνάει ριπλέι
και οι δρόμοι τρέχουν χιαστί"
Άλλωστε ένα τέτοιο ριπλέι, πέραν του ότι καλώς μας χρειάζεται, ωστόσο ... "δεν ημπορεί να υπάρξει διότι προσκρούει στο δευτερο θερμοδυναμικό αξίωμα σύμφωνα με το οποίο, οιαδήποτε αλλαγή ενός συστήματος μεταβάλλει την εντροπία του..... βεβαίως βεβαίως!"
Καθώς έλεγε και ο φυσικός μου.
Βεβαίως και τα ριπλέι ούτε γίνονται ούτε κιέχουν κανένα λόγο, έλα όμως που με την αφήγηση έχουν υπογράψει Μνηνόνιο κι αθτή η άθλια τα ξεζουμίζει!;.....
αυτή η άθλια...
Καλή μου utopiacl,
καλή χρονιά και πολλές εγκάρδιες, αν και καθυστερημένες, ευχές για ένα έτος όποως το ελπίζεις και όπως το αξίζεις :)
Σχώρα με που χάθηκα, έτρεχα σαν παλαβή.
Η φίλη μου στο βορρά περιμένει εναγωνίως ένα σημείο ζωής σου. Μιλήσαμε σχετικά, της είπα αυτά που συμφωνήσαμε εμείς μεταξύ μας και με παρακάλεσε να σου πω να της στείλεις ένα μέηλ.
Όποτε θέλεις επικοινωνείς.
Σε φιλώ γλυκά και είμαι εδώ για τη συνέχεια :)
Να είσαι καλά, κοριτσάκι.
====
Τροβατόρε, φιλάκι βρε :)
Θεωρηματάκι μου, χρονιά καλή σ'όλους σας και καλύτερη, ας το ελπίσουμε τουλάχιστον.
Δεν ξέρω αν ισχύει το μειλ της δουλειας που μου έδωσες, θα σου στείλω το δικόμου στο fb , γιατι εχασα το τηλ. της φίλης βορείως. Μου τα ξαναστέλνεις στο fb μαζι με το μειλ της.Και μένα μ'ενδιαφέρει η ιστορία.Ο δικός μας μου εκανε μιά συνεντευξη στο radiobubble,νομίζω αρκετά καλή, το άτιμο το τερατάκι , πολυπράγμων...
αν βρεις χρόνο άκουσε και πες.
Φιλιά και θα βρεθούμε.
Δημοσίευση σχολίου