
52
ΜΕΣΠΟΛΕΣ
Ήταν απομεσήμερο. Έκανε ζέστη. Είχε σχολάσει από τ΄Αγγλικά και για το σχολείο αύριο δεν είχαν τίποτα γιατί η καθηγήτριά τους έλειπε δύο μέρες. Θα πέρναγε απ’ τον Τάκη να τον πάρει να πάνε για μπάλα και μετά θα βλέπανε τον αγώνα μαζί στην τηλεόραση. Έσκαγε. Είχε μείνει και με τ΄ αλάτι από τη μεσημεριανή βουτιά στη θάλασσα και τον έκαιγε το δέρμα του. Τον είχε πιάσει και ο ήλιος. Τους ξανθούς τους πιάνει εύκολα στην αρχή του καλοκαιριού. Οι μασχάλες του στάζανε ιδρώτα. Κοιτάχτηκε στο τζάμι ενός μαγαζιού όπως πέρναγε. Τα μαλλιά του παραμάκρυναν. Του σκέπαζαν τα μάτια.
Διψούσε! Χριστέ μου! Μια βρύση να ΄χε θα ρούφαγε δε-κα ώρες. Το μάτι του πήρε τη μεσπολιά μες τον κήπο του Κυβέλου. Φόρτωμα που τοχε! ……Κι ήταν όλα γούρμα!
Έριξε μια ματιά γύρω και πήδηξε μέσα απ τη μάντρα. Άρπαξε το κλαρί. Η πρώτη μέσπολα έλιωσε στο στόμα και το γλυκό ζουμί, του δρόσισε το λαρύγγι. Έφαγε κι άλλες, κι άλλες και γέμισε τη μπλούζα του και τα χέρια για το δρόμο. Δρασκέλισε έξω κι έκανε την κατηφόρα.
Άφηνε τα κουκούτσια να πέσουν αργά απ τα χείλη του, έκανε κοντρόλ με το στήθος ή τα κλώτσαγε κι αυτά τινάζονταν βολίδα στην άσφαλτο.
- Δε θα δώσεις και σε μας καμιά μέσπολα;
Άκουσε πίσω του μια γυναικεία φωνή. Γύρισε. Στη βεράντα, κολλητά στο πεζοδρόμιο, λίγο ψηλότερα απ το κεφάλι του, μια γυναίκα γύρω στα τριάντα, με το νυχτικό,
αερίζονταν με μια διπλωμένη εφημερίδα απ τον μεσημεριανό ύπνο κι έσκυβε προς αυτόν. Έφερε το χέρι του τανάποδα αναμερώντας τα μαλλιά από τα μάτια να τη δει κι σήκωσε τη γεμάτη με μέσπολες παλάμη του κατά πάνω να τη φτάσει. Και τότε είδε τα στήθια της όλα, καθώς έσκυψε αυτή, στο ξεχείλωμα της νυχτικιάς. Πως τον κοίταζε κατάματα…………λιγώθηκε η ανάσα του.
Πήρε τρέχοντας την κατηφόρα και δεν έβλεπε μπροστά του! Δεν ήθελε να πάει στον Τάκη. Να κάτσει κάπου ήθελε, να κλείνει τα μάτια και να βλέπει την εικόνα της με τα στήθια της κι ένοιωθε το κορμί του μεσ΄τα ρούχα του να σαλεύει.
ΜΕΣΠΟΛΕΣ
Ήταν απομεσήμερο. Έκανε ζέστη. Είχε σχολάσει από τ΄Αγγλικά και για το σχολείο αύριο δεν είχαν τίποτα γιατί η καθηγήτριά τους έλειπε δύο μέρες. Θα πέρναγε απ’ τον Τάκη να τον πάρει να πάνε για μπάλα και μετά θα βλέπανε τον αγώνα μαζί στην τηλεόραση. Έσκαγε. Είχε μείνει και με τ΄ αλάτι από τη μεσημεριανή βουτιά στη θάλασσα και τον έκαιγε το δέρμα του. Τον είχε πιάσει και ο ήλιος. Τους ξανθούς τους πιάνει εύκολα στην αρχή του καλοκαιριού. Οι μασχάλες του στάζανε ιδρώτα. Κοιτάχτηκε στο τζάμι ενός μαγαζιού όπως πέρναγε. Τα μαλλιά του παραμάκρυναν. Του σκέπαζαν τα μάτια.
Διψούσε! Χριστέ μου! Μια βρύση να ΄χε θα ρούφαγε δε-κα ώρες. Το μάτι του πήρε τη μεσπολιά μες τον κήπο του Κυβέλου. Φόρτωμα που τοχε! ……Κι ήταν όλα γούρμα!
Έριξε μια ματιά γύρω και πήδηξε μέσα απ τη μάντρα. Άρπαξε το κλαρί. Η πρώτη μέσπολα έλιωσε στο στόμα και το γλυκό ζουμί, του δρόσισε το λαρύγγι. Έφαγε κι άλλες, κι άλλες και γέμισε τη μπλούζα του και τα χέρια για το δρόμο. Δρασκέλισε έξω κι έκανε την κατηφόρα.
Άφηνε τα κουκούτσια να πέσουν αργά απ τα χείλη του, έκανε κοντρόλ με το στήθος ή τα κλώτσαγε κι αυτά τινάζονταν βολίδα στην άσφαλτο.
- Δε θα δώσεις και σε μας καμιά μέσπολα;
Άκουσε πίσω του μια γυναικεία φωνή. Γύρισε. Στη βεράντα, κολλητά στο πεζοδρόμιο, λίγο ψηλότερα απ το κεφάλι του, μια γυναίκα γύρω στα τριάντα, με το νυχτικό,
αερίζονταν με μια διπλωμένη εφημερίδα απ τον μεσημεριανό ύπνο κι έσκυβε προς αυτόν. Έφερε το χέρι του τανάποδα αναμερώντας τα μαλλιά από τα μάτια να τη δει κι σήκωσε τη γεμάτη με μέσπολες παλάμη του κατά πάνω να τη φτάσει. Και τότε είδε τα στήθια της όλα, καθώς έσκυψε αυτή, στο ξεχείλωμα της νυχτικιάς. Πως τον κοίταζε κατάματα…………λιγώθηκε η ανάσα του.
Πήρε τρέχοντας την κατηφόρα και δεν έβλεπε μπροστά του! Δεν ήθελε να πάει στον Τάκη. Να κάτσει κάπου ήθελε, να κλείνει τα μάτια και να βλέπει την εικόνα της με τα στήθια της κι ένοιωθε το κορμί του μεσ΄τα ρούχα του να σαλεύει.

3 σχόλια:
Πόσο γλυκό το πρώτο σκίρτημα, ε? Πόσο αξέχαστο το πρώτο ερωτικό ξύπνημα του ανθρώπου!...
Και αισθησιακό πολύ μου φάνηκε οταν μου διηγήθηκαν την ιστορία.
Αγαπητή ουτοπία
Σε ποιό μέρος ονομάζουμε τα συγκεκριμένα φρούτα "Μέσπολες".
Ερωτώ διότι και εμείς οι Επτατανήσιοι τά ονομάζουμε "Νέσπολες" και η ονομασία είναι Ενετικής προέλευσης . Nespola είναι το γνωστό μούσμουλο και έτσι το λένε και στην νεοιταλική.
Δημοσίευση σχολίου