Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2010


ΟΝΕΙΡΟ


Ξύπνημα με δυνατή αίσθηση από τις γωνιές του σπιτιού μου. Του σπιτιού που γεννήθηκα.
Ύστερα, από θάλασσες άσχημες, θολές, σκoτεινές κι άλλες διάφανες, κρυστάλλινες. Κατεβαίνοντας τις σκάλες, ανάγκη να συναντήσω κάποιον ηλικιωμένο για τον όποιο με πλημμύριζε αίσθημα σεβασμού κι ερωτισμού. Να του μεταδώσω την συγκίνηση από την επίσκεψη στο σπίτι μου. Συνείδηση ότι αυτό είναι αδύνατο γιατί τι θά'ταν γι αυτόν το σπασμένο πλακάκι ή το μπρούτζινο χερούλι στην εξώπορτα κι άλλες γωνιές του που κυλούν στο αίμα μου. Κι αυτά δεν μεταφέρονται.
Στον παραθαλάσσιο βράχο παιδάκι εγώ, πέντε χρονών, ανάμεσα στον πατέρα και τον οικογενειακό φίλο να μ΄αγκαλιάζουν στοργικά. Κοιτάμε όλοι τον φακό του χρόνου χαμογελώντας.
Συσχετισμός με μια φράση του βιβλίου που αν και ξαναδιαβάζω μετά επτά χρόνια, έχω συγκρατήσει από την πρώτη ανάγνωση. Ο Τόνιο Κρέγκερ* επισκέπτεται μετά από πολλά χρόνια το πατρικό του που είναι πια δημόσια βιβλιοθήκη:
.....″ Ένα νευρικό γέλιo ανέβηκε μέσα του που έμοιαζε περισσότερο με λυγμό”...




* ‘Tόνιο Κρέγκερ’ του Τ. Μαν

Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2010


ΠΑΤΡΑ


Στο γραφείο. Πρωινό. Ο Πατραϊκός λάμπει. Μεγάλα πλοία για Ιταλία πάνε κι έρχονται.
Άσπρα πουλιά. Ξαφνικά τρελαίνονται. Σφυρίζουν όλα μαζί. Κι αυτά που έρχονται κι αυτά που φεύγουν. Ο κόσμος σταματάει τις δουλειές του και κοιτάζει. Όλοι βγαίνουν στα παράθυρα. Πανηγύρι. Ολοκαίνουργο πλοίο της ΑΝΕΚ μπαίνει για πρώτη φορά στο λιμάνι και όλα τα άλλα το χαιρετούν.
Περίεργα που ο ήχος δίνει την εικόνα του χώρου!
Τα όριά του!
ΠΑΤΡΑ


Στο γραφείο. Πρωινό. Ο Πατραϊκός λάμπει. Μεγάλα πλοία για Ιταλία πάνε κι έρχονται.
Άσπρα πουλιά. Ξαφνικά τρελαίνονται. Σφυρίζουν όλα
μαζί. Κι αυτά που έρχονται κι αυτά που φεύγουν. Ο κό-σμος σταματάει τις δουλειές του και κοιτάζει. Όλοι βγαίνουν στα παράθυρα. Πανηγύρι. Ολοκαίνουργο πλοίο της ΑΝΕΚ μπαίνει για πρώτη φορά στο λιμάνι και όλα τα άλλα το χαιρετούν.
Περίεργα που ο ήχος δίνει την εικόνα του χώρου!
Τα όριά του!

Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2010



ως μοντέλο του ζωγράφου Χ.Μ.


Ο ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ΤΟΥ –ΖΩΓΡΑΦΟΣ

Τι δαίμονα ! ζωγράφος ήμουν και γω !
Νίκησα τις αναστολές μου και του ποζάρισα καταπώς ήθελε ,ημίγυμνο.
Στην αρχή αμήχανα όπως οι πρώτες λέξεις μιας κουβέντας που θέλει να βρει το στόχο της. Με κοίταζε με στενεμένα μάτια και ζαρωμένο κούτελο, για να φύγουν οι λεπτομέρειες, να σουρώσει την εικόνα, να ξεχωρίσει το κύριο από το δευτερεύον.
Μ΄ έβλεπε από τη μεριά του και μέσα από μένα, τον εαυτό του που κοίταζε το μοντέλο του -ακόμα η μεγάλη βουτιά δεν είχε συντελεστεί .Κοίταγμα με ίχνη ναρκισσισμού που εναλλάσσονταν με χτυπήματα όπως μ’ ένα σφυράκι πάνω στην επιφάνειά μου. Έψαχνε να βρει από πού ανοίγει η εικόνα μου αλλά και η παρούσα στιγμή.
Σε λίγο η ματιά του παραιτήθηκε από αυτό ,φαίνεται είχε βρει μιαν άκρη και τότε ξαφνικά όρμισε στη δουλειά.
Το χαρτί λίγα μέτρα πιο κει κι αυτός γονατιστός πάνω του σε στάση άβολη.
Άρχισε να οργανώνει το ζωγραφικό του χώρο μ’ ένα ξύλο που κάποτε θάταν πινέλο, ν’ απλώνει τα χρώματα, να τα πλένει η να τα αποθέτει ευλαβικά χαϊδεύοντας τρυφερά το χαρτί. .Δεν ήταν ο φίλος που χρόνια ήξερα μέσα από το πρόσωπο της φιλίας .Αυτό το πρόσωπο μου ήταν άγνωστο.
Κοίταζε το χαρτί του με τρυφερότητα. Το άγγιζε πολύ γλυκά το χάιδευε , το χάραζε , του όρμαγε το έξυνε βίαια. Το κορμί του τρανταζόταν τα χαρακτηριστικά του αλυώνονταν από την ένταση. Ο άνθρωπος εκεί μπροστά στα πόδια μου ενώνονταν πάνω στο χαρτί- κρεβάτι του με το είναι του. Βουτούσε μέσα του ! …
Μου είπε : -Πες τίποτα !..
Κατάλαβε ότι « είχα μπει κι εγώ στο δωμάτιο » και έβλεπα και ένοιωθε ίσως αμήχανα, γιατί αυτό ήταν αυστηρά ιδιωτικό .Δεν ήθελε το βλέμμα ενός άλλου ζωγράφου. Aκόμη δεν είχα ζεσταθεί -παρέμενα παρατηρητής- και αντιστεκόμουν όπως σε απρόσμενη εκμυστήρευση!
Και τότε έγινε λες και η κρούστα μου ήταν από κρύσταλλο κι έλειωσε και αφέθηκα .
σ’ αυτή τη χωρίς λέξεις κουβέντα .Ενώ μπορούσα να ξεφύγω, να παρακολουθήσω τη ζωγραφιά που γεννιόταν για να ισορροπήσω , αρνήθηκα -η το’κανα λιγότερο , μετά τη ζωγραφιά τη βλέπαμε, στο τέλος. ‘Έχει αυτή τους δικούς της δρόμους!
Είναι αυτό που μένει για ανάμνηση. Ένοιωσα πως αυτό που συνέβαινε, αυτό το κύκλωμα , ήταν πιο αναγκαίο πιο σοβαρό από το χαρτί – μαρτυρία, αλλά όμως και η εντελώς απαραίτητη συνθήκη της.
Λεπτές κλωστές μου τίναζε που πιάνονταν πάνω μου μ’ άγκιστρα -σαν αυτά που πετούν οι ακροβάτες για ν ‘ ανέβουν ψιλά.-.Ένα στον αγκώνα μου ,άλλο στη μύτη, στο ώμο .Είχε λιγωθεί η ανάσα μου και δεν ανάπνεα .Είχε μαγκώσει τα κοκάλα μου. Τις ευθείες του σκελετού μου .Τις κόγχες των ματιών και το άδειο τρίγωνο της μύτης. Κι όμως! Και μάτια είχε η ζωγραφιά και μύτη. Και μετά έψαχνε κι άλλα!
Έβλεπα το βλέμμα του που πύκνωνε .Να του πω ήθελα κι αυτά που δεν του είχα πει ποτέ σα φίλοι τόσα χρόνια. Κι από τα’ άλλα τα βαθειά ,που δεν τάξερα , και μούρθε να βάλω τα κλάματα και γι αυτόν και για μένα και για την αγωνία μας να καταλάβουμε και να του πω πως δεν θα καταλάβουμε ποτέ γιατί έτσι πρέπει νάναι.
Πως μόλις ανεβαίνουμε τη μια κορφή, από πίσω θα μας περιμένει άλλη και μόλις ανέβουμε κι αυτή θάναι μια τρίτη και πάει λέγοντας .Και δεν θα βρούμε ποτέ την αλήθεια και το μόνο απόλυτο που θα βρούμε είναι το σκοτάδι .Γι αυτό πρέπει να προσπαθήσουμε να είμαστε ευτυχισμένοι μ’ ότι μας δίνετε , αυτά τα μικρά ρινίσματα ουσίας , κι έτσι μόνο μπορούμε ν’ αγγίξουμε εκείνο το κομμάτι που προσπαθούμε ν΄αποσπάσουμε από τούτο το παιχνίδι .




Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2010


ΡΕΜΠΕΤΑΔΙΚΟ


Αυτός ο νέος που χόρευε ζεϊμπέκικο ανάμεσα στους άλλους. Τι ήθελε ν’ αποφύγει εκείνη η παλάμη με τα λεπτά δάχτυλα που στεκόταν ανάστροφα μπρος στο μέτωπο; το θάνατο; Τι μέτραγαν τ’ ανοιγμένα μπράτσα; Τη ζωή ;
To πουκάμισο κρέμονταν πάνω στο κορμί του και το παντελόνι σακούλιαζε παντού γύρω απ’ τους μηρούς. Αυτά τα ευρύχωρα ρούχα του ‘διναν μια εσωτερική λεβεντιά, μια πνευματικότητα. Ο χορός του,μετρημένος, σεμνός, σαν κι αυτόν! Μαγνήτιζε το βλέμμα μου το τύλιγμα και το ξετύλιγμα που επιτελούσε γύρω από τον εαυτό του, χωρίς κανέναν να του χτυπά ρυθμό, όπως συνηθίζετε, ενώ νέοι στις γύρω παρέες, έκαναν φασαρία και διασκέδαζαν σε άλλο ύφος.
Όταν έλαβε τέλος ο χορός του, πήγε πίσω στο τραπέζι, ανάμεσα στους φίλους του, μες τους καπνούς και το μισοσκόταδο. Ήπιος, σχεδόν σιωπηλός, κάθισε ανάμεσά τους. Ήταν φανερά απ’ τους τρυφερούς ανθρώπους που θέλουν να περνούν απαρατήρητοι. Πως μπορούσε όμως να φανταστεί ότι κάποιος παρακολουθούσε αυτή την αταίριαστη, μέσα σε τόσο επιδεικτικό περιβάλλον παρουσία του; Αυτό το ταπεινό λουλούδι, το κρυμμένο ανάμεσα στα υπερφίαλα, πολύχρωμα, τεντωμένα γεμάτα χυμούς άνθη της ηλικίας του.

Πάντα ,ακόμη και υποθετικά, μπορεί να παραμονεύει ένα τέτοιο βλέμμα, χάρη στο οποίο υπάρξεις σαν και τη δική του, μπορούν να δικαιωθούν, χαρίζοντάς μας αισθήματα αγιότητας, αρμονίας, ομορφιάς.

Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2010


Χ. Θ. :

( πρέπει να ανήκεις στον καιρό σου )Honore Daumier... (να κάνεις ζωντανή τεχνη)...Gustave Courbet.

Κ. Δ. :


Στην εποχή μας, στην τέχνη, έχουν γίνει τα πάντα. Τίποτε πια δεν είναι καινούργιο. Αυτό είναι μια μεγάλη λύτρωση. Όταν είμαστε νέοι, το αίτημα να είμαστε συγκαιρινοί μας βασάνιζε. Τώρα έχουμε ξεμπερδέψει μ’ αυτά . Όμως ανιχνεύω αυτή την αγωνία σε έργα νέων, ακόμη. Θα ήθελα με αγάπη να τους μεταφέρω μιαν εμπειρία: Στη θάλασσα όταν κολυμπάς και σφιχτείς ,βουλιάζεις. Όταν χαλαρώσεις όμως, τι ωραία που ανεβαίνεις στον αφρό του νερού !
Αλλά μεταφέρεται η εμπειρία ; μάλλον όχι .
Όταν κοιτάμε μέσα μας και γύρω μας με ειλικρίνεια , χωρίς εξυπνάδες ,τότε κάτι μπορεί να βγει , αν, λέω αν. Αν λοιπόν και τον καιρό του θα μαρτυρήσει το έργο και εμάς τους ίδιους, και ίσως και κάτι παραπάνω.
Ένα από τα πιο μαγικά που συντελείται με τη ζωγραφική είναι πως μερικές φορές ξεκινάς με κάποιες προθέσεις, και το έργο σε πάει εκεί που θέλει αυτό. Μετά , στο τέλος , το κοιτάς και ανακαλύπτεις πράγματα που ούτε το φανταζόσουν πως υπήρχαν μέσα σου.
Όταν ο Daumier και ο Courbet έλεγαν « πρέπει ν’ ανήκεις στο καιρό σου» , «να κάνεις ζωντανή τέχνη»ήταν νέα αιτήματα και μάλιστα νεωτερικά, σε σχέση με αυτά που γίνονταν γύρω τότε στην επίσημη τέχνη του καιρού . Είχαν να αντιπαλέψουν την ακαδημία της εποχής τους και την ιδεολογία της. Σήμερα με το κύλισμα της Ιστορίας, το λεγόμενο « καινούργιο» έγινε πια ακαδημία. Αυτή είναι η Επίσημη Τέχνη της εποχής μας .Δεν έχετε παρά να δείτε τι δείχνουν τα Μουσεία και οι Μπιενάλε, παρά τις όποιες εξαιρέσεις. Σ’ αυτήν επενδύονται κεφάλαια στην εποχή του θριάμβου των αγορών. Το μέσον είναι το μήνυμα . Φυσικά και υπάρχουν όμως και μεγάλοι καλλιτέχνες όπως ο Bill Viola, ο William Kentridge και κάποιοι άλλοι. Όμως οι όποιες εξαιρέσεις δεν κάνουν άλλο από το να επιβεβαιώνουν τον κανόνα.
Το πραγματικά νέο όμως, καραδοκεί και σχεδόν πάντα είναι εκτός Μουσείων.
(Απόσπασμα συζητησης Χ. Θ.- Κ. Δ.)