Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2009



ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΠΟΥΛΙΑ


-Τι τον κλωτσάς; Αφού δε θέλεις να τον πιάσεις…
Όμως κάποιο μάτι τον είχε δει μέσα από την τζαμαρία του καφενείου.
Οι άλλοι τρέχανε σμάρι μαύρα πουλιά στην αποβάθρα. Ο Άρειος με τη στολή παραλλαγής τους κοίταζε χαμογελώντας μ΄ ευχαρίστηση. Είχε κάνει τη δουλειά του. Και τη πλάκα του, κλωτσώντας τους.
Η όποια διαταγή δεν περιλάμβανε κλωτσιές, τουλάχιστον εγγράφως. Αυτές ήταν δική του πρωτοβουλία. Τα σκουπίδια που κάθονται στα παπούτσια σου η βρισκονται στο δρόμο σου, τα κλωτσάς για να φύγουν.
-Τι τον κλωτσάς; Αφού δεν θέλεις να τον πιάσεις…
Κοίταξε τη γυναίκα που τον έπιασε στα πράσα, αμήχανα, μ΄ ένα χαζόγελο, σ’ ένα λεφτό όμως ανέκτησε το ρόλο του:
-Άντε στο διάολο κυρά μου! Τι θες; Σιγά μη τους πειράξουμε !Εσείς τους έχετε κάνει έτσι! Που τους ταΐζετε κιόλας … Γιαυτό μαζεύτηκαν όλοι οι βρωμιάρηδες στη Πάτρα…
Και γιατί του πέταξε κείνο το «αφού δε θέλεις να τους πιάσεις»;; Αυτός τη δουλειά του κάνει. Τι δηλαδή, τους τη λένε κιόλας; Τους επήρανε χαμπάρι και τους το πετάνε τώρα και στα μούτρα ; Έτσι στα ίσα; Αυτό δε τ’ αρέσει.
Πρωί μεσημέρι βράδυ, γεμίζει από δω κι από κει το λιμάνι μαύρα πουλιά. Τρις καμπάνες την ημέρα. Δε χτυπούν, όμως αυτοί τις ακούν. Είναι οι ώρες που σφυρίζουν τα πλοία για Ιταλία.
Δεκαπέντε μέχρι εικοσπέντε χρονώ. Τώρα όλο και πιο μικροί. Οι μεγάλοι φύγαν πρώτοι.
Μ’ ένα σάκο όλοι, τον ίδιο. Σταυρωτό στο στήθος. Ότι χρειάζεται για το κρυφό ταξίδι. Νάναι τα χέρια λεύτερα για σκαρφάλωμα, τρέξιμο, σούρσιμο στα τέσσερα. Κι όλο οργώνει το μάτι ένα γύρο .Κι όλο κοιτάζωντε μεταξύ τους μη τύχει και δώσει κανένας τους το σήμα της φυγής, αν φανεί κάποιος κίνδυνος.
Σκούρα ρούχα, ότι βρουν-τα’ ανοιχτόχρωμα το βράδυ φέγγουν. Κάποιες σκιές τη νύχτα έρχονται στο λημέρια τους ,κάποιος χάνεται για λίγο ,δε βαριέσαι, που να βρουν γυναίκα !και μεταξύ τους. Σε ,φυλακή ελεύθερη βρίσκονται. Τόσοι νέοι άντρες! Τόση επιθυμία! Υπάρχει κι αυτή μαζί με τα’ άλλα αμείλικτη να τυραννά. Επιστρέφει αργότερα εξευτελισμένος και
ευχαριστημένος γιατί έβαλε ακόμη λίγα λεφτά στη τσέπη .Κάποια μάνα τον έσφιξε μωρούδι στην αγκαλιά, κάποιος δικός του θεός τούμαθε τι πρέπει και τι όχι. Όμως τώρα είναι άλλα τα πρέπει. Το τριχίλιαρο, που θα πάρει μια άλλη σκιά για να μη βλέπει την ώρα που φορτώνει το πλοίο. Αν δεν τα χάσει κι αυτά αδίκως.
Ο σάκος περασμένος στο στήθος. Μπορεί σήμερα νάναι η τυχερή του μέρα. Να τα καταφέρει
κάτω απ’ το φορτηγό. Κάθε μέρα, αποχαιρετά τα κουρέλια που μάζεψαν για να πλαγιάζουν τη νύχτα. Νίβεται και ξεκινά με τους άλλους για το λιμάνι. Το βράδυ η ελπίδα έχει πετάξει-για να ξαναγεννηθεί το άλλο πρωί.
Κάθε μέρα για κάποιον, είναι η τυχερή του μέρα.

Η πόλη ,δίβουλη ,τους κοιτάζει.

Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2009

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΡΟΥΧΟ




ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΡΟΥΧΟ


Ήθελα να της πω Μάνια μη φοβάσαι το σκυλί. Δαγκώνει μόνο όποιον το φοβάται. Όποιος περνά ήρεμος δίπλα του, δεν τον πειράζει και έτσι ήσυχα μπορεί να προχωρήσει. Εξημέρωσε το φόβο σου για το σκυλί όσο έχεις ακόμη καιρό. Μη το τρέμεις γιατί αν πας έτσι απροετοίμαστη θα σε κατασπαράξει. Θα σε ξεσκίσει με τα κοφτερά του δόντια και θα φτάσεις ένα κουρέλι στο τέλος..................................................................
Καθάρισε το πρόσωπό της. Έβαλε την κρέμα της νύχτας-πιο λιπαρή από την άλλη της μέρας, ''για να μείνει και κάτι πάνω στο δέρμα, να μην βγαίνει όλη πάνω στο μαξιλάρι'' σκέφτηκε και πήγε να πλαγιάσει.
Επίτηδες δεν κοιτάχτηκε στον καθρέφτη του μπάνιου για να μην νοιώσει εκείνο το σφίξιμο. Όχι πως είχε χαλάσει...στα πενήντα βαστιόταν καλά, τη λέγαν και μικρότερη. Αλλά μήπως από τα 25 δεν έψαχνε τα σημάδια του χρόνου γύρω απ’ τα μάτια; Δεν ήταν από φιλαρέσκεια. Περισσότερο τρόμος για το μυστήριο της ζωής ήταν. Κι όταν είσαι 25 τότε είναι το πρώτο ξάφνιασμα. Πιο πριν είσαι παιδί. Δεν υπάρχουν τέτοια. Αργότερα όμως συνηθίζεις. Έβαλε τα γυαλιά της και πήρε το βιβλίο να διαβάσει λίγο πριν σβήσει το φως.
Τότε τα χέρια της άρχισαν ν'αλλάζουν. Να ζαρώνουν, ν΄ ασπρίζουν. Είχαν λεπτύνει κι όλας και στραβώσει. Ο δείκτης γύριζε προς τα μέσα. Το δέρμα είχε γίνει σα διάφανο χαρτί και φαινόταν κι οι φλέβες από μέσα γαλάζιες. Τρόμαξε, ανασηκώθηκε καθιστή. Σήκωσε το νυχτικό και κοίταξε τα μπράτσα της. Το ίδιο και τα μπράτσα. Σα νερό κρέμονταν η σάρκα της πάνω στα κόκαλα, σα τσαλακωμένο χαρτί. Αλαφιάστηκε.
Έφερε τις παλάμες στο πρόσωπο. Σκάλωσαν τα δάχτυλά της σε γραμμές βαθιές. Κάτω απ' το σαγόνι ο λαιμός, νερό. Ναι, ήταν αλήθεια.
Είχε γίνει ογδόντα. Μ΄ αυτό το ρούχο φορεμένο θα κοιμόταν πικρά πια κάθε βράδυ.

Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2009

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ















16/11/88


Βλέπω στο τρένο πρόσωπα νέων ανθρώπων. Δροσερά ! Τους φαντάζομαι σαράντα χρόνια αργότερα. Κι όμως ! Παρ’ όλα αυτά ίδια.


12/88

Το χειμώνα η Αθήνα στις σκοτεινές συνοικίες !
Καφέ πουλόβερ, γκρίζο ζακέτο !
Κατήφεια, αναδίπλωση !
Μαύρο ζακέτο !
Χειμέρια νάρκη !
Μουντό !
Φροντιστήρια Αγγλικών !

19/12/88


Ανακάλυψα πως έγινα οστρακόδερμο !


10/12/88


Αυτός ο κύριος με τη φαλάκρα και το διπλοσάγονο, είναι ο μικρούλης με την κοιλίτσα που φτάνει ξαναμμένος, ασθμαίνοντας κάθε πρωί στην τάξη καθυστερημένος δέκα λεπτά.


11/10/88

Αυτό το μάγουλο του ναύτη με τα μωβ και το γκρίζα που καθρεφτίζει τον ήλιο στο παράθυρο του λεωφορείου είναι το μάγουλο που το βλέμμα της μάνας του σκεπάζει είκοσι χρόνια τώρα, κάθε βράδυ ,ανεβάζοντάς του
σιωπηλά την κουβέρτα.

15/11/88

Δεν θέλω να βάζω τους φίλους μου εμπρός σ’ επιλογές γιατί τους χάνω.


12/12/88

Υπάρχουν άνθρωποι που γράφουν αλήθειες κι άλλοι που αερολογούν !
Διαβάζω το Ν. του Σ. Δεν μπορώ ν’ αποφύγω να ξαναγυρίσω στη καθαρή πηγή, τον Σεφέρη…ο άλλος, γράφει, γράφει…διανοούμενος!
Λες γιατί τα γράφει αυτά ;!
Γιατί τον ενοχλούν τα λαστιχάκια από τα πακέτα στο πάτωμα ; !
Γιατί τον ενοχλεί το ω που λέει είναι σαν κώλος και που τόφαγε ο Ξενάκης από το όνομά του και τόκανε Ιάννης…
Όχι μόνο τα γράφει αλλά το χειρότερο τα εκδίδει.
Λυπάμαι που τα γράφω αυτά γιατί ο Σ. έχει πεθάνει. Άσε τους πεθαμένους ν’ αναπαύονται. Τουλάχιστον αυτούς που πέθαναν πρόσφατα. Γιατί αργότερα, ούτως η άλλως, θα τους περιλάβει η ιστορία κι αυτή δεν ξέρει από οίκτους .

14/12/88

Ο πατέρας μου είναι σίγουρος.
Η μάνα μου δεν είναι σίγουρη.
Ο πατέρας μου είναι αθώος.
Η μάνα μου έχει επιφυλάξεις .
Ο πατέρας μου δεν φοβάται το αύριο.
Η μάνα μου το φοβάται πολύ.
Ο πατέρας μου γεράζει πιο εύκολα από τη μάνα μου.
Η μάνα μου βασανίζει τον εαυτό της.
Ο πατέρας μου τον προστατεύει.
Ο πατέρας μου στεναχωριέται από μέσα του .
Η μάνα μου στεναχωριέται και φωναχτά.
Ο πατέρας μου είναι για όλους τους ανθρώπους.
Η μάνα μου είναι πιο πολύ για μας.
Εγώ μοιάζω και στους δύο.
Νομίζω στον πατέρα μου περισσότερο.

9/10/00
Ο πατέρας μου έφυγε δύσκολα
Η μάνα μου, στον ύπνο της.

20/12/88

Μερικά που θησαύρισα από τις ‘ ΜΕΡΕΣ’ του Σεφέρη :
-Ο μεγαλύτερος είναι κείνος που μπορεί ν’ απαρνηθεί τα υπάρχοντά του με τον καλύτερο τρόπο τη στιγμή που πρέπει.
-Το παραμικρό γεγονός ,η παραμικρή πράξη παίρνει για μένα τη σημασία θανάσιμης πάλης.
-Η αδυναμία μου να δοθώ ολόκληρος σε πράγματα που δεν μ’ αγγίζουν κατάκαρδα , το μίσος μου για κάθε δεσμό. Κάθε πράγμα επιβεβλημένο μου φαινόταν αποτρόπαιο, έστω κι αν μου ήταν ελκυστικό.
-Δεν ήξερα πως ο Νάρκισσος ήταν ένας ακίνητος άνθρωπος που έβλεπε τον εαυτό του να πνίγεται .
-Όχι , σκοπός της Τέχνης δεν είναι να συγκινεί .


15/12/88

Φωτογραφίες απ’ το Παρίσι. Στον κήπο της Cite, μπρος στο Deutch de la Meurthe,με το παιδί μωρό. Το έχεις καβάλα στην πλάτη και κρατάς τα χέρια του μην πέσει. Φοράς το ρολόι μου. Εγώ γελάω και κουνώ τα δάχτυλα για να τραβήξω την προσοχή του.
Ο πραγματικός χρόνος !

21/12/88

Μοίρα του ανθρώπου.
Η ζωή τον εξοικειώνει, μια άσπρο μια μαύρο ! Κάθε στιγμή περιμένει το αντίθετο. Κι όμως όλα τελειώνουν στο σκοτάδι, στο έρεβος. Δεν το άντεξε αυτό : Εφεύρε την ‘ μετά θάνατον ζωή’, την Ανάσταση των νεκρών, ένα φαντασιακό άσπρο. Αυτοί που το πιστεύουν κλείνουν την παρτίδα στο άσπρο.
Ωραία που ο άνθρωπος είναι αισιόδοξος. Η δειλός ;
Πάντως είναι ο κατ’ εξοχήν χώρος του φαντασιακού !
Όλα αλλάζουν γύρω. Το ανθρώπινο τοπίο.
Ο θάνατος του θείου Γιώργου. Πολύ νέος. Μετά η λειτουργία του Μότσαρτ στο ‘Παλλάς’. ‘Πως μουδιάζει, πως σκεβρώνει, πως στρίβει πως λυγίζει η ζωή …’ λέει ο Γ. Σ.
Βαδίζουμε προς το σκοτάδι πια.
Κι όμως, αύριο το πρωί θάχει ωραίο ήλιο.

9/9/89

Αρχή χειμώνα. Καλύτερη διάθεση. Να βάψω το σπίτι. Κουρτίνες.

ΣΚΕΨΕΙΣ ΤΑΞΙΔΙΟΥ



Μου αρέσει πολύ να ταξιδεύω με υπεραστικά λεωφορεία.Θα ήταν πολύ μεγάλο πρόβλημα να μην μου αρέσει, που θα μπορούσε, γιατί η δουλειά μου με υποχρεώνει να ταξιδεύω.
Εξυπακούεται όχι σε ημέρες μαζικών μετακινήσεων η Σαββατοκύριακα. αλλά και με την προνομία της κενής διπλανής μου θέσης .Αυτό βέβαια παίζεται μέχρι την τελευταία στιγμή.. Πάντα όταν βγάζω εισιτήριο ζητώ την θέση 43 που είναι το τελευταίο αριστερό ζευγάρι πριν τη γαλαρία.Τις πίσω θέσεις δεν τις προτιμούν οι περισσότεροι επιβάτες εκτός των νέων που τους αρέσει να απλώνονται και παρέες παρέες να συζητούν. Μου αρέσουν επίσης τα υπεραστικά λεωφορεία γιατί λόγω του όγκου τους, τα νομίζω τουλάχιστον πιο ασφαλή, αλλά και γιατί νοιώθεις μαζί με άλλους ανθρώπους όλοι μαζί, να κάνετε κάτι κοινό: ένα ταξίδι. Μια ψευδαίσθηση συλλογικότητας, σε αντίθεση με το μικρό μοναχικό ιδιωτικό αυτοκίνητο. Ξέρω ότι πολλοί μπορεί να θεωρούν τα παραπάνω παρανοϊκά και υπάρχει σωρεία επιχειρημάτων περί του αντιθέτου.
Έτσι λοιπόν αφού ταχτοποιήσω τα πράγματά μου , την τσάντα μου, ένα πλαστικό
μπουκαλάκι νερό, ίσως μια εφημερίδα, σίγουρα το βιβλίο μου, αφίνομαι να απολαύσω τη θέα από το παράθυρο και τις σκέψεις μου. Πολλές φορές έχω προσπαθήσει να καταλάβω τι είναι αυτό που μου προξενεί αυτό το αυτό το αίσθημα ευχαρίστησης χωρίς να έχω καταλήξει σ’ένα συμπέρασμα. Άλλοτε, σκέφτομαι,πως ίσως είναι η μετάβαση και ο διαστελλόμενος χρόνος της,
η φυγή από αυτό και η προσμονή άφιξης στο άλλο, ακόμη και ο υποχρεωτικά «κενός»
χρόνος, ή η παρέα με τον εαυτό σου. Μπορεί και όλα. Ποιο όμως υπερτερεί ;
Προσφάτως ανακάλυψα και κάτι άλλο.Γι αυτό ξέρω σίγουρα πως μου προξενεί μια
άμεση ευχαρίστηση.Είναι το αίσθημα της κίνησης , της ταχύτητας ενώ στην ουσία είμαι
σε πλήρη ακινησία .Άλλη μια ψευδαίσθηση! Η φυσική μου σωματική νωθρότητα παύει να
έχει σημασία , εκμηδενίζεται από το αίσθημα κίνησης που μου δίνει η μετακίνηση του
αυτοκινήτου.Ετσι ψευδώς αισθάνομαι πως κινούμαι εγώ, ενώ κινείται κάτι άλλο που με
‘φέρει’ . Η λίγο διαφορετικότερα :πως η ζωή μου αποκτά κίνηση. Χιλιάδες ακίνητες ζωές μπορούν να αισθάνονται πως μπαίνουν σε κίνηση έτσι εύκολα και άκοπα .Μ’ ένα άγγιγμα του ποδιού σε κάποιο γκάζι . Χιλιάδες ακίνητες ζωές μπορούν έτσι άσκοπα να περιφέρονται .Ακόμη να λατρεύουν την ταχύτητα έως ιλίγγου.Όλη η σχετική βιομηχανία μηχανών και ιδεών.
Γ’ αυτού του είδους την κίνηση δεν χρειάζονται ιδιαίτερες ικανότητες η και κάποια
φυσικά χαρίσματα όπως για την άλλη την πραγματική που δοκιμάζει τους ανθρώπους
και κάποιες φορές προχωράει την Ιστορία .






.

ΚΕΝΟ


ΚΕΝΟ


Ο άνθρωπος έπαιζε μ’ ένα συρματάκι μπλεγμένο
στα δάχτυλα του χεριού του. Δούλευαν αυτά, όπως κάνουν άλλοι με το κομπολόγι, μετρώντας το χρόνο της απραξίας του – το χρόνο του στοχασμού του.
Έδινε σχήμα στο κενό.
Και οι σκέψεις του ξεχύνονταν…

ΓΕΙΤΟΝΙΕΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ


ΓΕΙΤΟΝΙΕΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ


Έμενε λίγα τετράγωνα πιο πάνω από μας. Με τους γονιούς της και τα δύο αδέλφια της. Πέντε νοματαίοι όλοι. Ένα κομμάτι του σπιτιού το είχαν κάνει μπακάλικο τ’αγόρια. Από κει ψώνιζε όλη η γειτονιά. Και λίγα λαχανικά βάζανε. Συγκοινωνούσε με την αυλή το μαγαζί κι έτσι τις Κυριακές πούλαγαν κρασί και κρυφά εξυπηρετούσαν σε ότι είχε ξεχαστεί.
Καλά παιδιά συμμαζεμένα. Χοντρά χέρια, χοντρές μύτες και μεγάλα καστανά τίμια μάτια. Στο ζύγι δεν κλέβανε. Εκείνη πάντα κάθονταν δίπλα απ’ το μπακάλικο, στην αυλή ανάμεσα στα λουλούδια.
Ακουμπούσε στο τοιχάκι της μάντρας, με τα χέρια πλεγμένα και αγνάντευε το στενό πάνω κάτω, στην αρχή
μη φανεί κανένας χωροφύλακας και τους γράψει τις
Κυριακές, μετά της έμεινε η συνήθεια. Συχνά καθόταν κι
η μάνα της δίπλα, πάντα στα μαύρα κι οι δυό από τότε που πέθανε ο πατέρας. Το βράδυ ανάμεσα στις πρασινάδες σιωπηλές, δεν τις ξεχώριζες. Ευγενική ήταν, καλημέριζε αλλά βαριά. Λίγες κουβέντες. Όπως και τ’ αδέλφια της. Κι αυτή χοντρά χέρια και μύτη, όπως όλη
η οικογένεια. Μαύρα μαλλιά, κομμένα αλά γκαρσόν και λίγο μαύρο χνούδι στο πανωχείλι. Τις Κυριακές που οι άλλοι ξεκουράζονταν αυτή εξυπηρετούσε τους πελάτες απ’ την πλαϊνή πόρτα του μπακάλικου .
Μόνο που έκανε αργά αργά έτσι όπως έσερνε κείνο το ποδάρι που έμενε αλύγιστο. Παιδί εγώ πήγαινα τρέχοντας στο δρόμο για τα ψώνια κι εκείνη αργούσε, πως αργούσε να τα ετοιμάσει. Τα’περνα τότε και μ’ ένα ουφ ξεχυνόμουν πίσω.

Τα αγόρια ένα ένα παντρεύτηκαν. Πρώτα ο μεγάλος. Πήρε μια κομμώτρια. Τους βλέπαμε που περνούσαν το ρέμα για το καινούργιο σπιτικό που ήταν απέναντι. Μετά κι ο δεύτερος .Ένα απόγευμα που καθόμαστε στη βεράντα η μάνα μου, έδειξε ένα αγόρι ίσια μ’ εφτά χρονώ που έπαιζε στο στενό με τ’άλλα.
- Το βλέπεις αυτό; Το μεγάλο του Ανέστη είναι, είδες πως του μοιάζει; Και το άλλο το μικρό του αδελφού του, του Σταύρου…
Πότε γεννοβόλησε η γειτονιά δεν το είχα πάρει χαμπάρι γιατί είχα λείψει έξω για σπουδές.
Το μπακάλικο είχε κλείσει. Δεν άντεξε να ταΐζει τρις οικογένειες. Στην αρχή άρχισε να αδειάζει από εμπόρευμα. Τα βασικά υπήρχαν μόνο. Η γειτονιά για αρκετό καιρό τους υποστήριξε .Ότι είχαν το ψώνιζαν από κει .Όμως σιγά σιγά προτίμησαν πιο πλούσια
μαγαζιά. Άνοιγαν και τα πρώτα Σουπερ-μάρκετ. Οι ίδιοι πήγαν υπάλληλοι σ’ αυτά.

Τα παιδιά τους έγιναν πια είκοσι χρονώ άντρες. Το πατρικό τους το ίδιο και το μαγαζί μένει με το ρολό κατεβασμένο, χρόνια τώρα. Οι γέροι τους φύγανε. Εκείνη πάντα ανάμεσα στις γλάστρες, ακουμπά στο τοιχάκι της μάντρας κι αγναντεύει το στενό πάνω κάτω.
Καμιά φορά, το διασχίζει αργά, μ’ εκείνο το ποδάρι που δεν πάει, για το ρέμα απέναντι να πάει στ’ αδέλφια της. Καμαρώνει τα’ ανίψια της που είναι όλη της η ζωή. Τώρα χαιρετά πιο ζεστά. Πιάνει και κουβέντα. Η γειτονιά είναι κομμάτι οικογένειά της. Προχτές περνώντας είδα στην αυλή της πάνω σ’ ένα σκαμνί το πλεχτό της με τις βελόνες. Κάπου μέσα θα ήταν. Έτσι μου ήρθαν στο μυαλό όλα τούτα. Τότε που, παιδί εγώ, βιαζόμουν με τα ψώνια, εκείνη
πρέπει να ήταν στον ανθό της. Κι όμως, σα να είναι ίδια από τότε… στα μάτια μου…
Τι νάχει στην ψυχή της!!;…
Ίσως αναρωτιέται τι ήρθε να κάνει σε τούτη τη ζωή!
Η μοίρα κάποιων γυναικών! Την τύχη την περιμένουν. Κι αν έρθει ήρθε. Οι άντρες απλώνουν το χέρι και στήνουν σπιτικό. Εύκολες χαρές θα πεις μα βασικές στη ζωή των απλών ανθρώπων.