Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2009

ΓΕΙΤΟΝΙΕΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ


ΓΕΙΤΟΝΙΕΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ


Έμενε λίγα τετράγωνα πιο πάνω από μας. Με τους γονιούς της και τα δύο αδέλφια της. Πέντε νοματαίοι όλοι. Ένα κομμάτι του σπιτιού το είχαν κάνει μπακάλικο τ’αγόρια. Από κει ψώνιζε όλη η γειτονιά. Και λίγα λαχανικά βάζανε. Συγκοινωνούσε με την αυλή το μαγαζί κι έτσι τις Κυριακές πούλαγαν κρασί και κρυφά εξυπηρετούσαν σε ότι είχε ξεχαστεί.
Καλά παιδιά συμμαζεμένα. Χοντρά χέρια, χοντρές μύτες και μεγάλα καστανά τίμια μάτια. Στο ζύγι δεν κλέβανε. Εκείνη πάντα κάθονταν δίπλα απ’ το μπακάλικο, στην αυλή ανάμεσα στα λουλούδια.
Ακουμπούσε στο τοιχάκι της μάντρας, με τα χέρια πλεγμένα και αγνάντευε το στενό πάνω κάτω, στην αρχή
μη φανεί κανένας χωροφύλακας και τους γράψει τις
Κυριακές, μετά της έμεινε η συνήθεια. Συχνά καθόταν κι
η μάνα της δίπλα, πάντα στα μαύρα κι οι δυό από τότε που πέθανε ο πατέρας. Το βράδυ ανάμεσα στις πρασινάδες σιωπηλές, δεν τις ξεχώριζες. Ευγενική ήταν, καλημέριζε αλλά βαριά. Λίγες κουβέντες. Όπως και τ’ αδέλφια της. Κι αυτή χοντρά χέρια και μύτη, όπως όλη
η οικογένεια. Μαύρα μαλλιά, κομμένα αλά γκαρσόν και λίγο μαύρο χνούδι στο πανωχείλι. Τις Κυριακές που οι άλλοι ξεκουράζονταν αυτή εξυπηρετούσε τους πελάτες απ’ την πλαϊνή πόρτα του μπακάλικου .
Μόνο που έκανε αργά αργά έτσι όπως έσερνε κείνο το ποδάρι που έμενε αλύγιστο. Παιδί εγώ πήγαινα τρέχοντας στο δρόμο για τα ψώνια κι εκείνη αργούσε, πως αργούσε να τα ετοιμάσει. Τα’περνα τότε και μ’ ένα ουφ ξεχυνόμουν πίσω.

Τα αγόρια ένα ένα παντρεύτηκαν. Πρώτα ο μεγάλος. Πήρε μια κομμώτρια. Τους βλέπαμε που περνούσαν το ρέμα για το καινούργιο σπιτικό που ήταν απέναντι. Μετά κι ο δεύτερος .Ένα απόγευμα που καθόμαστε στη βεράντα η μάνα μου, έδειξε ένα αγόρι ίσια μ’ εφτά χρονώ που έπαιζε στο στενό με τ’άλλα.
- Το βλέπεις αυτό; Το μεγάλο του Ανέστη είναι, είδες πως του μοιάζει; Και το άλλο το μικρό του αδελφού του, του Σταύρου…
Πότε γεννοβόλησε η γειτονιά δεν το είχα πάρει χαμπάρι γιατί είχα λείψει έξω για σπουδές.
Το μπακάλικο είχε κλείσει. Δεν άντεξε να ταΐζει τρις οικογένειες. Στην αρχή άρχισε να αδειάζει από εμπόρευμα. Τα βασικά υπήρχαν μόνο. Η γειτονιά για αρκετό καιρό τους υποστήριξε .Ότι είχαν το ψώνιζαν από κει .Όμως σιγά σιγά προτίμησαν πιο πλούσια
μαγαζιά. Άνοιγαν και τα πρώτα Σουπερ-μάρκετ. Οι ίδιοι πήγαν υπάλληλοι σ’ αυτά.

Τα παιδιά τους έγιναν πια είκοσι χρονώ άντρες. Το πατρικό τους το ίδιο και το μαγαζί μένει με το ρολό κατεβασμένο, χρόνια τώρα. Οι γέροι τους φύγανε. Εκείνη πάντα ανάμεσα στις γλάστρες, ακουμπά στο τοιχάκι της μάντρας κι αγναντεύει το στενό πάνω κάτω.
Καμιά φορά, το διασχίζει αργά, μ’ εκείνο το ποδάρι που δεν πάει, για το ρέμα απέναντι να πάει στ’ αδέλφια της. Καμαρώνει τα’ ανίψια της που είναι όλη της η ζωή. Τώρα χαιρετά πιο ζεστά. Πιάνει και κουβέντα. Η γειτονιά είναι κομμάτι οικογένειά της. Προχτές περνώντας είδα στην αυλή της πάνω σ’ ένα σκαμνί το πλεχτό της με τις βελόνες. Κάπου μέσα θα ήταν. Έτσι μου ήρθαν στο μυαλό όλα τούτα. Τότε που, παιδί εγώ, βιαζόμουν με τα ψώνια, εκείνη
πρέπει να ήταν στον ανθό της. Κι όμως, σα να είναι ίδια από τότε… στα μάτια μου…
Τι νάχει στην ψυχή της!!;…
Ίσως αναρωτιέται τι ήρθε να κάνει σε τούτη τη ζωή!
Η μοίρα κάποιων γυναικών! Την τύχη την περιμένουν. Κι αν έρθει ήρθε. Οι άντρες απλώνουν το χέρι και στήνουν σπιτικό. Εύκολες χαρές θα πεις μα βασικές στη ζωή των απλών ανθρώπων.