ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΠΟΥΛΙΑ
-Τι τον κλωτσάς; Αφού δε θέλεις να τον πιάσεις…
Όμως κάποιο μάτι τον είχε δει μέσα από την τζαμαρία του καφενείου.
Οι άλλοι τρέχανε σμάρι μαύρα πουλιά στην αποβάθρα. Ο Άρειος με τη στολή παραλλαγής τους κοίταζε χαμογελώντας μ΄ ευχαρίστηση. Είχε κάνει τη δουλειά του. Και τη πλάκα του, κλωτσώντας τους.
Η όποια διαταγή δεν περιλάμβανε κλωτσιές, τουλάχιστον εγγράφως. Αυτές ήταν δική του πρωτοβουλία. Τα σκουπίδια που κάθονται στα παπούτσια σου η βρισκονται στο δρόμο σου, τα κλωτσάς για να φύγουν.
-Τι τον κλωτσάς; Αφού δεν θέλεις να τον πιάσεις…
Κοίταξε τη γυναίκα που τον έπιασε στα πράσα, αμήχανα, μ΄ ένα χαζόγελο, σ’ ένα λεφτό όμως ανέκτησε το ρόλο του:
-Άντε στο διάολο κυρά μου! Τι θες; Σιγά μη τους πειράξουμε !Εσείς τους έχετε κάνει έτσι! Που τους ταΐζετε κιόλας … Γιαυτό μαζεύτηκαν όλοι οι βρωμιάρηδες στη Πάτρα…
Και γιατί του πέταξε κείνο το «αφού δε θέλεις να τους πιάσεις»;; Αυτός τη δουλειά του κάνει. Τι δηλαδή, τους τη λένε κιόλας; Τους επήρανε χαμπάρι και τους το πετάνε τώρα και στα μούτρα ; Έτσι στα ίσα; Αυτό δε τ’ αρέσει.
Πρωί μεσημέρι βράδυ, γεμίζει από δω κι από κει το λιμάνι μαύρα πουλιά. Τρις καμπάνες την ημέρα. Δε χτυπούν, όμως αυτοί τις ακούν. Είναι οι ώρες που σφυρίζουν τα πλοία για Ιταλία.
Δεκαπέντε μέχρι εικοσπέντε χρονώ. Τώρα όλο και πιο μικροί. Οι μεγάλοι φύγαν πρώτοι.
Μ’ ένα σάκο όλοι, τον ίδιο. Σταυρωτό στο στήθος. Ότι χρειάζεται για το κρυφό ταξίδι. Νάναι τα χέρια λεύτερα για σκαρφάλωμα, τρέξιμο, σούρσιμο στα τέσσερα. Κι όλο οργώνει το μάτι ένα γύρο .Κι όλο κοιτάζωντε μεταξύ τους μη τύχει και δώσει κανένας τους το σήμα της φυγής, αν φανεί κάποιος κίνδυνος.
Σκούρα ρούχα, ότι βρουν-τα’ ανοιχτόχρωμα το βράδυ φέγγουν. Κάποιες σκιές τη νύχτα έρχονται στο λημέρια τους ,κάποιος χάνεται για λίγο ,δε βαριέσαι, που να βρουν γυναίκα !και μεταξύ τους. Σε ,φυλακή ελεύθερη βρίσκονται. Τόσοι νέοι άντρες! Τόση επιθυμία! Υπάρχει κι αυτή μαζί με τα’ άλλα αμείλικτη να τυραννά. Επιστρέφει αργότερα εξευτελισμένος και
ευχαριστημένος γιατί έβαλε ακόμη λίγα λεφτά στη τσέπη .Κάποια μάνα τον έσφιξε μωρούδι στην αγκαλιά, κάποιος δικός του θεός τούμαθε τι πρέπει και τι όχι. Όμως τώρα είναι άλλα τα πρέπει. Το τριχίλιαρο, που θα πάρει μια άλλη σκιά για να μη βλέπει την ώρα που φορτώνει το πλοίο. Αν δεν τα χάσει κι αυτά αδίκως.
Ο σάκος περασμένος στο στήθος. Μπορεί σήμερα νάναι η τυχερή του μέρα. Να τα καταφέρει
κάτω απ’ το φορτηγό. Κάθε μέρα, αποχαιρετά τα κουρέλια που μάζεψαν για να πλαγιάζουν τη νύχτα. Νίβεται και ξεκινά με τους άλλους για το λιμάνι. Το βράδυ η ελπίδα έχει πετάξει-για να ξαναγεννηθεί το άλλο πρωί.
Κάθε μέρα για κάποιον, είναι η τυχερή του μέρα.
Η πόλη ,δίβουλη ,τους κοιτάζει.

2 σχόλια:
Μα τι αριστουργήματα γράφεις!!! Και τι απίστευτες ζωγραφιές! Ευχαριστώ πολύ για τη διευκόλυνση στην πρόσβαση, μέγα κέρδος :-)
Εσύ γράφεις καλύτερα κορίτσι μου!
Δημοσίευση σχολίου