ως μοντέλο του ζωγράφου Χ.Μ.
Ο ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ΤΟΥ –ΖΩΓΡΑΦΟΣ
Τι δαίμονα ! ζωγράφος ήμουν και γω !
Νίκησα τις αναστολές μου και του ποζάρισα καταπώς ήθελε ,ημίγυμνο.
Στην αρχή αμήχανα όπως οι πρώτες λέξεις μιας κουβέντας που θέλει να βρει το στόχο της. Με κοίταζε με στενεμένα μάτια και ζαρωμένο κούτελο, για να φύγουν οι λεπτομέρειες, να σουρώσει την εικόνα, να ξεχωρίσει το κύριο από το δευτερεύον.
Μ΄ έβλεπε από τη μεριά του και μέσα από μένα, τον εαυτό του που κοίταζε το μοντέλο του -ακόμα η μεγάλη βουτιά δεν είχε συντελεστεί .Κοίταγμα με ίχνη ναρκισσισμού που εναλλάσσονταν με χτυπήματα όπως μ’ ένα σφυράκι πάνω στην επιφάνειά μου. Έψαχνε να βρει από πού ανοίγει η εικόνα μου αλλά και η παρούσα στιγμή.
Σε λίγο η ματιά του παραιτήθηκε από αυτό ,φαίνεται είχε βρει μιαν άκρη και τότε ξαφνικά όρμισε στη δουλειά.
Το χαρτί λίγα μέτρα πιο κει κι αυτός γονατιστός πάνω του σε στάση άβολη.
Άρχισε να οργανώνει το ζωγραφικό του χώρο μ’ ένα ξύλο που κάποτε θάταν πινέλο, ν’ απλώνει τα χρώματα, να τα πλένει η να τα αποθέτει ευλαβικά χαϊδεύοντας τρυφερά το χαρτί. .Δεν ήταν ο φίλος που χρόνια ήξερα μέσα από το πρόσωπο της φιλίας .Αυτό το πρόσωπο μου ήταν άγνωστο.
Κοίταζε το χαρτί του με τρυφερότητα. Το άγγιζε πολύ γλυκά το χάιδευε , το χάραζε , του όρμαγε το έξυνε βίαια. Το κορμί του τρανταζόταν τα χαρακτηριστικά του αλυώνονταν από την ένταση. Ο άνθρωπος εκεί μπροστά στα πόδια μου ενώνονταν πάνω στο χαρτί- κρεβάτι του με το είναι του. Βουτούσε μέσα του ! …
Μου είπε : -Πες τίποτα !..
Κατάλαβε ότι « είχα μπει κι εγώ στο δωμάτιο » και έβλεπα και ένοιωθε ίσως αμήχανα, γιατί αυτό ήταν αυστηρά ιδιωτικό .Δεν ήθελε το βλέμμα ενός άλλου ζωγράφου. Aκόμη δεν είχα ζεσταθεί -παρέμενα παρατηρητής- και αντιστεκόμουν όπως σε απρόσμενη εκμυστήρευση!
Και τότε έγινε λες και η κρούστα μου ήταν από κρύσταλλο κι έλειωσε και αφέθηκα .
σ’ αυτή τη χωρίς λέξεις κουβέντα .Ενώ μπορούσα να ξεφύγω, να παρακολουθήσω τη ζωγραφιά που γεννιόταν για να ισορροπήσω , αρνήθηκα -η το’κανα λιγότερο , μετά τη ζωγραφιά τη βλέπαμε, στο τέλος. ‘Έχει αυτή τους δικούς της δρόμους!
Είναι αυτό που μένει για ανάμνηση. Ένοιωσα πως αυτό που συνέβαινε, αυτό το κύκλωμα , ήταν πιο αναγκαίο πιο σοβαρό από το χαρτί – μαρτυρία, αλλά όμως και η εντελώς απαραίτητη συνθήκη της.
Λεπτές κλωστές μου τίναζε που πιάνονταν πάνω μου μ’ άγκιστρα -σαν αυτά που πετούν οι ακροβάτες για ν ‘ ανέβουν ψιλά.-.Ένα στον αγκώνα μου ,άλλο στη μύτη, στο ώμο .Είχε λιγωθεί η ανάσα μου και δεν ανάπνεα .Είχε μαγκώσει τα κοκάλα μου. Τις ευθείες του σκελετού μου .Τις κόγχες των ματιών και το άδειο τρίγωνο της μύτης. Κι όμως! Και μάτια είχε η ζωγραφιά και μύτη. Και μετά έψαχνε κι άλλα!
Έβλεπα το βλέμμα του που πύκνωνε .Να του πω ήθελα κι αυτά που δεν του είχα πει ποτέ σα φίλοι τόσα χρόνια. Κι από τα’ άλλα τα βαθειά ,που δεν τάξερα , και μούρθε να βάλω τα κλάματα και γι αυτόν και για μένα και για την αγωνία μας να καταλάβουμε και να του πω πως δεν θα καταλάβουμε ποτέ γιατί έτσι πρέπει νάναι.
Πως μόλις ανεβαίνουμε τη μια κορφή, από πίσω θα μας περιμένει άλλη και μόλις ανέβουμε κι αυτή θάναι μια τρίτη και πάει λέγοντας .Και δεν θα βρούμε ποτέ την αλήθεια και το μόνο απόλυτο που θα βρούμε είναι το σκοτάδι .Γι αυτό πρέπει να προσπαθήσουμε να είμαστε ευτυχισμένοι μ’ ότι μας δίνετε , αυτά τα μικρά ρινίσματα ουσίας , κι έτσι μόνο μπορούμε ν’ αγγίξουμε εκείνο το κομμάτι που προσπαθούμε ν΄αποσπάσουμε από τούτο το παιχνίδι .

1 σχόλιο:
μα επιμένεις για σχόλια εκεί που είναι τόσο περιττά...
Δημοσίευση σχολίου