Πέμπτη 29 Ιουλίου 2010

ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ

(Καλαμάτα – Πάτρα με τρένο)
Ιντερσίτυ. Μάιος του ’10. Πρώτη φορά αυτή την διαδρομή. Ίσως και τελευταία. Με τα χάλια του ΟΣΕ, ακούγεται πως κλείνει. Έχω να ταξιδέψω με το τρένο στην Πελοπόννησο λίγο πριν τους Ολυμπιακούς κι αυτό ως την Πάτρα. Τότε όλα, ήταν φροντισμένα και καθαρά. Είχαμε βάλει τα καλά μας. Καινούργιες στόφες στα καθίσματα και μοκέτες στους διαδρόμους. Οι υπάλληλοι με τις στολές τους εξυπηρετικοί. Αν και στο μπαρ πολλά και δύσκολα υπηρεσιακά μου είχε εκμυστηρευτεί τότε η σερβιτόρα στο τσιγάρο που κάναμε κάθε βδομάδα. Κρίμα κι άδικο σκεπτόμουν τόση αδιαφορία στη διοίκηση. Που θα πήγαινε; Πριν πέντε μήνες μας αποκάλυψαν την κρίση.
Με την είσοδο στην πρώτη θέση, πνιγηρά ,μυρίζει άσχημα το βαγόνι. Τα καθίσματα σαν ξεπεσμένες πριγκίπισσες έχουν βρωμίσει. Η πλάτη στο δικό μου σπασμένη .Δοκιμάζω άλλο τα ίδια. Το μπαρ καταργημένο, άδειο. Η τουαλέτα το ίδιο , χωρίς τα χρειαζούμενα ,εκεί που όλα ήταν στη θέση τους. Δύο επιβάτες ακόμη. Μπρος ένας κύριος με λευκό πουκάμισο μισοκοιμάται.
Βγαίνουμε σιγά σιγά από την Καλαμάτα. Κι από τις δύο μεριές,
υλικό στοιβαγμένο. Νέες τσιμεντένιες ράγες, με σιδερένια δεσίματα που σκούριασαν παρατημένα χωρίς να έχουν μπει ποτέ στη θέση τους. Κάποιοι θα κέρδισαν πολλά απ’ αυτά .
Πιο κάτω κι άλλο κι άλλο , που αγοράστηκε κι έμεινε να σαπίζει στην εγκατάλειψη. Σκέπτομαι όλα αυτά που ακούμε και διαβάζουμε. Η χώρα έρμαιο στη μίζα και την διαφθορά. Να σφίγγεται η ψυχή. Διασχίζουμε την Μεσσηνία. Εκεί που περνά το τρένο, το τοπίο πράσινο, με γλυκούς λόφους, παρθένο.
Δεν είναι όπως στους αυτοκινητόδρομους που όλο και γίνονται σπίτια , βενζινάδικα και φαγάδικα κι απ’ τις δύο πλευρές για τους περαστικούς.
Τα φυτά έχουν πετάξει νέους κλώνους ανεξέλεγκτα παντού, στους δικούς τους νόμους. Αγνοούν το πέρασμα του τρένου, αλλά και ο ΟΣΕ το έχει αγνοήσει. Τα πουρνάρια και τα δέντρα ξύνουν τα βαγόνια με στριγκούς ήχους. Αισθάνεσαι πως το καθημερινό δρομολόγιο περνάει ανάμεσά τους για πρώτη φορά ,ανοίγοντας δρόμο. Και σε λίγο πάλι υλικό και σίδερα παρατημένα ,όχι βέβαια για να χρησιμοποιηθούν σε συντήρηση των γραμμών.
Ο κύριος με το λευκό πουκάμισο σηκώνεται , φορά το υπηρεσιακό μπλε σακάκι του και μου ζητά το εισιτήριο για να το τρυπήσει. Μούρχεται να βάλω τα γέλια.
- Γιατί τόση εγκατάλειψη ; του απευθύνομαι.
- Τι λέτε τώρα!! Σε καμιά εβδομάδα δεν θα υπάρχει τίποτε πια από τον ΟΣΕ .Θα πουληθεί .
Προχωρά στα μπροστινά βαγόνια. Κλαυσίγελος.

Ηλεία। Μικρά χωριά. Το τρένο περνά από την πλάτη των νοικοκυριών που έχουν στραμμένα τα πρόσωπά τους προς στους δρόμους.Από τις πίσω αυλές. Εκεί που οι άνθρωποι κρύβουν τις ακαταστασίες τους και τα άχρηστα που μπορεί κάποτε η ποτέ , να τους χρησιμεύσουν, σίγουροι πως κανείς δεν τα βλέπει. Κι όμως. Το μάτι απ’ τα παράθυρα του τρένου, το ξέχασαν. Κι όμως υπάρχει και βλέπει την τεμπελιά και την φροντίδα για την ομορφιά που ξεχάστηκε εμπρός στο κουτί που βγάζει ασταμάτητα εικόνες ενός κόσμου άλλου, αστραφτερού, που μπορεί να μην είναι ο δικός τους, αλλά τους βάζει να φαντάζονται αυτά που πρέπει να έχουν όλοι- κι αυτοί , γιατί όχι; Που χρόνος πια; Φαγώνεται .Που χρόνος για κήπια, κληματαριές κι ασβεστώματα;
Τα θυμάμαι। Τα είχα δει. Υπήρχαν όταν στα δώδεκα είχα περάσει με το τρένο για την Ολυμπία. Πάντα έφερνα στο μυαλό μου, όλα αυτά τα χρόνια , με τον τρόπο που καταχωρεί τις εντυπώσεις ένα παιδί , τους κήπους με τις πασχαλιές και τα τριαντάφυλλα που ξεχείλιζαν από χρώματα μέσα στο μεσημεριάτικο φως τις μάντρες. Νόμιζα πως πάντα θα ήταν εκεί. Μοιάζει να βαριούνται την ίδια τη ζωή τους οι άνθρωποι, και το κέρδος της έχει μετατοπιστεί.
Τώρα Αχαΐα . Γη κουρασμένη από τα φυτέματα και τις ορμόνες. Να μη λαχταράς το καρπούζι που βλέπεις κατά γης. Ούτε τις φράουλες. Νέφος τα ραντίσματα. Τα σπιτούδια πιο φροντισμένα.
Μπαίνουμε Πάτρα. Η μεγαλούπολη.
Το τρένο περνάει από τα άντερα της πόλης . Εγκαταλελειμμένα εργοστάσια. Η αποβιομηχάνιση . Η Πειραϊκή – Πατραϊκή. Τα γράμματα κρέμονται μισοσπασμένα στην πρόσοψη. Η άλλοτε ακμαία κλωστοϋφαντουργία που οι « Κινέζοι της είχαν παραγγείλει δέκα χιλιόμετρα λευκό βαμβακερό σεντονόπανο» λέγαν. Ρημάζει . Με τα τζάμια σπασμένα αφέθηκε στο πλιάτσικο. Το τρένο έχει κόψει ταχύτητα και αργά διασχίζουμε τις εγκαταστάσεις του σταθμού. Ποτέ δεν θα πίστευα ότι ήταν τόσο μεγάλες σε μήκος. Υλικό στοιβαγμένο, βαγόνια άχρηστα σε διπλανές ράγες με σπασμένα τζάμια και πόρτες. Σκουριά, σκουριά. Σε κάποια έχουν τρυπώσει και τα κατοικούν μελαχρινοί μετανάστες. Τα σχοινιά με τα πλυμένα τους, από βαγόνι σε βαγόνι. Νάιλον κλείνουν πρόχειρα τα σπασμένα ανοίγματα που πίσω τους κάποιοι κινούνται . Ανάμεσα στα κατοικούμενα κι ένα ανοιχτό, ξέχειλο με τα σκουπίδια τους.
Στην ενδιάμεση νησίδα, κάθονται ομάδι. Σκούρα ρούχα , τα γόνατα διπλωμένα κάτω απ’ το σαγόνι, κουβεντιάζουν και περιμένουν. Περιμένουν .
Τους αφήνουμε πίσω, κυλάμε προς την επιδερμίδα της πόλης. Όλα αλλάζουν, γυαλιστερά καινούρια αυτοκίνητα, δρόμοι, με κίνηση, η Αγίου Νικολάου, μοντέρνα μαγαζιά, αυτά που ξέρουμε ως Πάτρα. Καφετέριες, τραπεζάκια, νεολαία από το Πανεπιστήμιο.
Δεν ήξερα πως γειτόνευαν τόσο αυτά τα δυό πρόσωπα της πόλης, το πρώτο κρυμμένο πίσω από φυσικό προπέτασμα πρασινάδας.
Μήπως τι είναι οι πόλεις; Σαν άνθρωποι . Αληθινό καθρέφτισμα αντίφασης.
Τα φρένα ξεφουσκώνουν τρίζοντας. Τέρμα, φτάσαμε. Απέναντι απ’ την Αγίου Νικολάου ο σταθμός। .Με τις αναποδιασμένες σκέψεις, κατεβαίνοντας την ψηλή σκάλα του βαγονιού το πόδι μου μπλέκεται. Ένας κύριος μπροστά με αρπάζει στον αέρα πριν πέσω.
Κουτσαίνοντας, με στραμπουλιγμένο πόδι, βγαίνω από το σταθμό μουρμουρίζοντας…Καλά να πάθεις, καλά να πάθεις…

1 σχόλιο:

theorema είπε...

Αντί να πεις "ευχαριστώ", να του χαμογελάσεις και να συνεχίσεις κουτσαίνοντας μα ευτυχής τον δρόμο σου, κοιτάζοντας γύρω κι αναζητώντας τα υπαρκτά ίχνη ομορφιάς μέσα σε έναν κόσμο ασχήμιας; :)))

Καλό μήνα, κοριτσάκι!